Τρίτη 6 Απριλίου 2010

Το Μυστήριον > ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΣ


Θεολογική Προσέγγιση καί Λειτουργική Πράξη





Προλογικό


Οἱ σκέψεις πού ἀκολουθοῦν δέν φιλοδοξοῦν καί δέν ἀξιώνουν νά καλύψουν, πλήρως τό θέμα. Αὐτό δέν εἶναι δυνατό. Ὁ ἀνθρώπινος λόγος δέν μπορεῖ, καί δέν φθάνει, νά ἀποδώση τήν θεϊκή πληρότητα τοῦ συνεχοῦς θαύματος. Οἱ σκέψεις αὐτές ἀποτελοῦν ἁπλῶς μιά σκιαγράφηση τῆς ὀρθοδόξου πατερικῆς διδασκαλίας καί παραδόσεως περί τοῦ μυστηρίου καί ἐπιδιώκουν, προσεγγίζοντας τήν λειτουργική μας ἐμπειρία καί εὐαισθησία, νά δώσουν ἀφορμές γιά περαιτέρω προβληματισμό, ἀφοῦ τό ζητούμενο εἶναι ἡ θεωρία τῆς ἐκκλησιατικῆς λατρείας.

Ἡ λειτουργική μας ἔκφραση καί κατάσταση σήμερα, φαίνεται νά πάσχη ἀπό μιά βαθειά κρίση. Ὄχι ἡ λατρεία καθ' ἑαυτή, - διότι ἡ ὀρθόδοξη λατρεία, στό βάθος της, παρέμεινε αὐτό πού ἦταν πάντα - ἀλλά ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο κατανοοῦμε τήν λατρεία καί ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ὁ κόσμος τήν χρησιμοποιεῖ ἔχει, ὁμολογουμένως, ἀλλάξει βαθειά. Μεταξύ τοῦ σκοποῦ τῆς λατρείας καί τῆς κατανοησής της ὑπάρχει σήμερα μιά διαφορά, ἕνα χάσμα.

Τό οὐσιαστικό εἶναι νά ὑπάρξη ἕνας γόνιμος ἐσωτερικός προσωπικός προβληματισμός, ἐάν, μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, γνωρίσουμε καί συνειδητοποιήσουμε τί συμβαίνει στήν Ἐκκλησία τήν ὥρα τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Ποιά πραγματικότητα φανερώνεται καί δίδεται σέ μᾶς ἀπό αὐτό τό μυστήριο τῶν μυστηρίων; Γιατί, μόνον ὅταν τίθεται αὐτό τό ἐρώτημα, μποροῦμε νά κατανοήσουμε, ὅτι ἐκεῖνο πού ζωντανεύει τά σιωπηλά κείμενα εἶναι ἡ ἐσωτερική μνήμη τῆς Ἐκκλησίας.




Κρίναμε σκόπιμο νά χωρίσουμε τήν εἰσήγησή μας σέ ἐπί μέρους θεματικές ἑνότητες, στίς ὁποῖες, κατά τήν ταπεινή μας ἄποψη, ἐμφαίνεται, γενικά ἡ προβληματική τοῦ σήμερα, καί οἱ ὁποῖες ἀφοροῦν:




1) Τήν σχέση Ἐκκλησίας καί Θείας Εὐχαριστίας.

2) Τήν ἐσχατολογική κατεύθυνση τῆς Θείας Λειτουργίας.

3) Τήν σχέση Δόγματος καί Θείας Εὐχαριστίας.

4) Τά τελούμενα κατά τήν Θεία Λατρεία, μέ ἰδιαίτερη ἀναφορά στό ζήτημα τῆς ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν καί τοῦ κηρύγματος.



1. Ἐκκλησία καί Εὐχαριστία.

Σέ κάθε Θεία Λειτουργία δέν ἔχουμε μιά ἐξωτερική ἀναπαράσταση ἤ μιά ἐπανάληψη, γιατί ἡ σταυρική θυσία ἅπαξ ἐτελέσθη, καί γι' αὐτό δέν ἐπαναλαμβάνεται, ἀλλά ἔχουμε συνέχεια καί μετοχή στήν μία καί μοναδική θυσία τοῦ Χριστοῦ . Δέν εἶναι μιά νέα θυσία, ἀλλά πάντα ἡ ἴδια, αὐτή πού ὁ Χριστός μᾶς ἔδωσε καί μέσα στήν ὁποία μᾶς ἔχει περιλάβει. Αὐτή ἡ πραγματικότητα ἐκφράζεται στήν εὐχή τοῦ Χερουβικοῦ Ὕμνου: "Σύ εἶ ὁ προσφέρων καί προσφερόμενος, καί προσδεχόμενος καί διαδιδόμενος....". Προσφέρουμε, λοιπόν, τήν Θεία Εὐχαριστία, ὄχι γιατί ὁ Θεός τήν χρειάζεται, ἀλλά γιατί ἡ θυσία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ οὐσία καί ἡ προϋπόθεση τῆς ἰδικῆς μας ὑπάρξεως ἐν Αὐτῷ. Αὐτός εἶναι ὁ μόνος τρόπος οὐσιαστικῆς ἀνακαινίσεως τοῦ κόσμου. Διότι μόνο ἡ εὐχαριστιακή κοινότητα, ἡ ὁποία μεταμορφώνεται στήν Θεία Εὐχαριστία, εἶναι δυνατόν καί νά μεταμορφώση ἀληθινά τόν κόσμο.

Ἡ κοινωνία, μέσα στήν ὁποία ἀποκαθίσταται ἡ θεανθρώπινη ἕνωση καί ἀναπλάσσεται ἡ πεσοῦσα ἀνθρώπινη φύση, τελεῖται στό Σῶμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Μέ τό ἀφετηριακό καί μέγιστο χάρισμα τοῦ Βαπτίσματος εἰσέρχεται ὁ ἄνθρωπος στήν πραγματικότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας. Ὅσοι ἑνώνονται μέ τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, στήν Ἐκκλησία, ἐπανέρχονται στήν θεανθρώπινη κοινωνία, ἐπανευρίσκουν τήν χαμένη στόν Παράδεισο οἰκογένειά τους, ἀντικρύζουν τόν Θεό Πατέρα τους καί τούς ἄλλους ἀνθρώπους ἀδελφούς τους, μετέχουν στήν ἀναπνοή τοῦ σώματος πού εἶναι ἡ προσευχή τῆς Ἐκκλησίας, συντονίζονται μέ τήν προσευχή τῶν ἁγίων, προσεύχονται μέ τίς προσευχές τῶν ἁγίων, ἀγωνίζονται νά καταστείλουν τήν ἀνταρσία τῆς ἁμαρτωλῆς του φύσης μέ τούς κανόνες καί τούς ὅρους τῆς ἄσκησης τῶν ἁγίων, συντονισμένοι χρονικά καί τροπικά μέ τό σύνολο ἐκκλησιαστικό σῶμα, τρέφονται ἀπό τό ποτήριο τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μέ τήν τροφή τῶν μαρτύρων καί ὁμολογητῶν, τό δώρημα τοῦ σώματος καί τοῦ αἵματος του Χριστοῦ, τόν ἄρτο καί τόν οἶνο πού ἑνώνει γῆ καί οὐρανό.

Ὅμως ἡ μετοχή τῆς ζωοποιοῦ ἐνέργειας τοῦ ἁγίου Πνεύματος δέν εἶναι ἐφ' ἅπαξ ἐγγυημένη διά τοῦ Βαπτίσματος. Ὁ ἄνθρωπος γίνεται μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, κοινωνός τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας, ὄχι μέ τήν διανοητική ἀποδοχή "ἀρχῶν" καί " ἀξιωμάτων" ἀλλά μέ τήν καθολική αὐτοπροσφορά του στήν ἀντιπροσφερόμενη Χάρη τοῦ Θεοῦ. Μόνο μέ τόν ἀγώνα γιά τήν τελείωση μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά μετέχη τῆς ἀφθαρτοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Γι' αὐτό σέ κάθε Θεία Λειτουργία οἱ εἰρηνεύοντες μεταξύ τους, μέ ἀγάπη, πιστοί ἐπικαλοῦνται τόν Θεό, γιά νά μορφώση σέ αὐτούς, δια τῶν Τιμίων Δώρων, τόν Χριστό διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. "Σπουδάζετε οὖν πυκνότερον συνέρχεσθαι εἰς εὐχαριστίαν καί εἰς δόξαν. Ὅταν γάρ πυκνῶς ἐπί τό αὐτό γίνεσθε, καθαιροῦνται αἱ δυνάμεις τοῦ Σατανᾶ καί λύεται ὁ ὄλεθρος αὐτοῦ ἐν τῇ ὁμονοίᾳ ὑμῶν τῆς πίστεως" .

Στήν Θεία Εὐχαριστία, τήν "συγκεφαλαίωση τῆς ὅλης Θείας Οἰκονομίας", πραγματοποιεῖται ἡ Ἐκκλησία ὡς Σῶμα Χριστοῦ καί κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί συγχρόνως ἀποκαλύπτεται ἡ φύση καί ὁ χαρακτήρας τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας, ὡς μυστηρίου θεανθρωπίνης κοινωνίας. Ἡ Θεία Λειτουργία συνιστᾶ καί ἐκφράζει αὐτό τοῦτο τό εἶναι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἐφ' ὅσον αὐτό τοῦτο τό εἶναι τῆς Ἐκκλησίας εἶναι λειτουργικό καί αὐτή ἡ ζωή της εἶναι εὐχαριστιακή. "Νῦν αἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν σύν ἡμῖν ἀοράτως λατρεύουσι . Ὁ κόσμος προσφέρεται στόν Θεό καί καθίσται τοῦ Θεοῦ. "Τά Σά ἐκ τῶν Σῶν Σοί προσφέρομεν..." . " Ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο καί ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν". Ὁ ἄρτος καί ὁ οἶνος πού προσφέρουμε στόν Θεό συνοψίζουν καί περιλαμβάνουν ὅλη τήν ζωή μας καί ὅλο τόν κόσμο μας. Ἀλλά καί ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἐν μετανοίᾳ μετέχει τῆς Εὐχαριστίας καθίσταται καθολικός ἄνθρωπος, δηλαδή ἄνθρωπος πού ὑπερβαίνει τήν διάσπαση καί τήν μερικότητα διά τῆς μετοχῆς του στήν καθολική Ἀλήθεια καί Ζωή. Τώρα μποροῦμε νά κατανοήσουμε "γιατί δέν εἶναι ἡ Ἐκκλησία πού ὑπάρχει γιά τήν Θεία Λειτουργία. Εἶναι ἡ Θεία Εὐχαριστία, ἡ ὁποία μέ ὅλη τήν σημασία τῆς λέξεως, καθιστᾶ τήν Ἐκκλησία αὐτό πού πραγματικά εἶναι" . Νά γιατί χωρίς τήν Θεία Εὐχαριστία δέν θά ὑπῆρχε Ἐκκλησία. Νά γιατί αὐτό τό ὁποῖο πρέπει νά μᾶς προβληματίση εἶναι τό γεγονός, ὅτι σήμερα ἡ λατρεία δέν κατανοεῖται πλέον ὡς κατ' ἐξοχήν λειτουργία, ἔκφραση καί ἐκπλήρωση τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ἀντίθετα, ἡ Ἐκκλησία ἐκλαμβάνεται ἁπλά ὡς τελετουργός τῆς λατρείας.


1.2. Ἡ ἐξατομίκευση-Ὑπάρχει δημόσια ἤ ἰδιωτική λατρεία;


Ἕνα ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς λειτουργικῆς ἀντιλήψεως, τό ὁποῖο ὁδηγεῖ σέ μιά σειρά ἀπό ἀλλαγές μέ ἀρνητικές συνέπειες γιά τήν λειτουργική ἐξέλιξη καί τήν πνευματικότητα, εἶναι τό φαινόμενο τῆς ἐξατομίκευσης τῆς Θείας Λειτουργίας, τό γεγονός δηλαδή, ὅτι ἡ ἐμπειρία τῆς λατρείας ἔχει παύσει νά εἶναι μιά ἀπό κοινοῦ λειτουργική πράξη. Εἶναι τουλάχιστον στή συνείδηση ἀρκετῶν, μιά συνάθροιση ἀτόμων πού ἔρχονται στήν Ἐκκλησία, παρίστανται στήν λατρεία μέ σκοπό νά ἱκανοποιήσουν μεμονωμένα τίς ἀτομικές τους θρησκευτικές ἀνάγκες καί ὄχι γιά νά συστήσουν καί νά ἀποτελέσουν τήν Ἐκκλησία.

Σκοπός τῆς ὑπάρξεως τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ σωτηρία διά τῆς τελειώσεως μέσα ἀπό τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τούς ἀδελφούς μας. Τό ἱστορικό γεγονός τῆς ἐνανθρώπισης τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύπτει καταρχήν τόν ἄρχονο τρόπο τῆς θείας ζωῆς πού εἶναι ἡ ἀγάπη (Α´ Ἰωαν. 4. 8), ἡ ἀγάπη ὄχι σάν ἠθική ἰδιότητα (ἰδιότητα συμπεριφορᾶς), ἀλλά ὡς ὀντολογική πραγματικότητα πού θά πῆ: ὑπαρκτική ἀλήθεια, ἀλήθεια ἑνότητας, κοινωνίας καί σχέσης. Προσλαβμάνουμε τόν κόσμο, ὑπό τά εἴδη τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου, ὡς Λόγο ἔνσαρκο τοῦ Θεοῦ· ἀποδεχόμαστε τή ζωή, τήν "ἐν σαρκί" ζωή τοῦ κόσμου τούτου, ὄχι ὡς αὐτονομημένη ἀτομική ἐπιβίωση, ἀλλά ὡς μυστήριο ἑνότητος σαρκός καί Θεότητος. Κοινωνοῦμε τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ καί μετέχουμε στήν ζωή τῆς Τριάδος, τήν ὄντως ζωή. Ὁ ἄνθρωπος γίνεται ὁ ἱερουργός τῆς εὐχαριστιακῆς ἑνότητας τοῦ κόσμου. Ἡ ζωή τῆς Εὐχαριστίας μπορεῖ νά προσλάβη ἀκόμη καί τόν θάνατο τοῦ ἀνθρώπου, νά ἐγκεντρίση τό θάνατο στή ζωή. Αὐτή ἡ πρόσληψη καί ὁ ἐγκεντρισμός τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ θανάτου στήν ζωή τῆς κοινωνίας μέ τόν Θεό εἶναι ὁ καινούργιος τρόπος ὑπάρξεως πού ἐνσαρκώνει ἡ Ἐκκλησία, εἶναι τό ὑπαρκτό γεγονός τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας, ὅπως φανερώνεται κάθε φορά στήν εὐχαριστιακή σύναξη.

Τό πρόβλημα τῆς δυτικῆς θεολογίας, ἄν δηλαδή ἡ σωτηρία ἐπιτυγχάνεται με τήν πίστη μόνο ἤ μέ ἀξιόμισθα ἔργα, εἶναι ἄγνωστο στήν ὀρθόδοξη διδασκαλία. Ὁ ἰσχυρισμός δέ τῶν Προτεσταντῶν, ὅτι κάθε ἕνας πιστός ἔχει μέ τόν Θεό ἰδιωτικές σχέσεις καί δέν ἔχει, κατά συνέπεια, ἀνάγκη ἄλλων πρός ἐπίτευξη ὀρθῆς σχέσεως μέ τόν Χριστό, εἶναι ἀπό καθαρά εὐαγγελική ἄποψη ἀβάσιμος. Ἡ ἐκδοχή αὐτή περί σωτηρίας εἶναι προϊόν μιᾶς εὐδαιμονιστικῆς καί ἰδιοτελοῦς νοοτροπίας, εἶναι τό ἄγχος τοῦ ἀνθρώπου τῆς αὐγουστίνειας καί προτεσταντικῆς αὐτοσυνειδησίας.

Θά πρέπει νά ἀπαλλαγοῦμε ἀπό τήν ἰδέα, ὅτι ὑπάρχουν δύο λατρεῖες στήν Ἐκκλησία, μιά δημόσια καί μιά ἰδιωτική. Ἡ ἀρχαία ἀντίληψη τῆς Ἐκκλησίας περί Εὐχαριστίας ἀντιμετωπίζει τό μυστήριο τῆς Θείας Λειτουργίας ὄχι σάν ἀντικείμενο ἤ σάν κείμενο, σάν πράγμα καί σάν μέσο ἐκδηλώσεως τῆς εὐσέβειάς μας ἤ ἐξυπηρετήσεως, ἀλλ' ὡς κοινή καθολική ἐκδήλωση τῆς ὅλης Ἐκκλησίας, ὡς κοινωνία τῆς ἀγάπης. Ἄς θυμηθοῦμε ἐδῶ, γιά τοῦ λόγου τό ἀληθές, τόν Ἀσπασμό τῆς εἰρήνης, πρίν τήν Ἀναφορά, καί τήν σημασία τοῦ γεγονότος τῆς ἑορτῆς, τό ὁποῖο (γεγονός) διασώζεται στόν χῶρο τῆς εὐχαριστιακῆς κοινότητος.

Ἡ Θεία Εὐχαριστία, ἡ ὁποία εἶναι, σύμφωνα μέ τήν ὁμόφωνη παράδοση, τό κέντρο ὁλόκληρης τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, καταλογογραφήθηκε ὡς ἕνα ἀπό τά μυστήρια, γιά νά καταντήση νά τελῆται πολλές φορές, ὅπως καί τά ἄλλα μυστήρια, ὡς ἰδιωτική ἀκολουθία πού ἀποσκοπεῖ στόν ἐξαγιασμό μεμονομένων χριστιανῶν καί ὄχι στήν οἰκοδομή τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ καλύτερη ἀπόδειξη αὐτοῦ εἶναι ἡ ὁλοκληρωτική παραγνώριση τῆς Θείας Κοινωνίας ὡς μιᾶς πράξεως γιά ὅλους. Ἐκεῖ πού ἡ Πρώτη Ἐκκλησία εἶδε τήν πραγματική της ἐκπλήρωση ὡς κοινωνία σέ ἕνα σῶμα, - "ἡμᾶς δέ πάντας τούς ἐκ τοῦ ἑνός ἄρτου καί τοῦ ποτηρίου μετέχοντας......", ἐρχόμαστε ἐμεῖς νά τίς θεωρήσουμε ὡς πράξεις πού ἀφήνονται ἀποκλειστικά στήν ἀτομική ἐπιθυμία ἑκάστου, τήν εὐσέβεια καί τήν προετοιμασία.

Εἶναι χαρακτηριστικό, ἐάν ἐρωτήσουμε τούς Χριστιανούς μας, γιατί πηγαίνουν τήν Κυριακή στήν Ἐκκλησία, πολλές φορές οἱ ἀπαντήσεις δέν ἔχουν καμιά σχέση μέ τήν ἀλήθεια. Δηλαδή, πρέπει νά ἔρχεσαι, σοῦ λένε, τήν Κυριακή στήν Ἐκκλησία, διότι εἶναι καθῆκον πρός τόν Θεό. Αὐτή δέν εἶναι Ὀρθοδοξία. Εἶναι ἡ ἀτομική σχέση μέ τόν Θεό.

Στό σημεῖο αὐτό θά πρέπει νά ἀναφέρουμε καί τό θέμα τῆς προσελεύσεως ἤ μή στήν Θεία Κοινωνία. Ἡ συνεχής Κοινωνία εἶναι τό ἰδεῶδες τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας. Δέν πρόκειται κάθολου γιά ὑποχρέωση. Δέν μποροῦμε, δέν ἔχουμε δικαίωμα νά τό πράξουμε, νά πιέσουμε κανέναν νά κάνη μιά πράξη ἀγάπης καί λατρείας. Πρόκειται γιά μιά ἀντικειμενική καί ξεκάθαρη διαπίστωση: ὅποιος δέν κοινωνεῖ τοποθετεῖ τόν ἑαυτό του στήν κατάσταση τῶν ξένων, πού εἶναι ἔξω ἀπό τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας. "Μηδείς πλανάσθω. Ἐάν μή τις ᾗ ἐντός τοῦ θυσιαστηρίου, ὑστερεῖται τοῦ ἄρτου τοῦ Θεοῦ.....ὁ οὖν μή ἐρχόμενος ἐπί τό αὐτό, οὗτος ἤδη περηφανεῖ καί ἑαυτόν διέκρινεν". Οἱ Ἱεροί Κανόνες εἶναι σαφέστατα κανονιστικοί γι' αὐτούς πού δέν κοινωνοῦν, γιατί μιά τέτοια στάση φανερώνει τήν μή συμμετοχή στήν Ἐκκλησία. Γι' αὐτό ὁμιλοῦν περί ἀποβολῆς καί ἀφορισμοῦ. Διάφοροι λόγοι, μά πάνω ἀπ' ὅλα ἡ χαμένη ἐκκλησιαστική αὐτοσυνειδησία, συνετέλεσαν στό νά λησμονηθῆ ἡ ἀλήθεια αὐτή. Εὐτυχῶς ἡ Ἐκκλησία ἄρχισε νά ζῆ, καί πάλι τήν παράδοσή της. Γεννιέται τό κίνημα τῶν Κολλυβάδων, γνωρίζουμε ἀγῶνες ἁγίων καί ἀσκητῶν γιά τήν ἐπανεκτίμηση τῆς λειτουργικῆς παραδόσεως καί διδασκαλίας. Ἤδη στά χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας, ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Νοταρᾶς, Ἀρχιεπίσκοπος Κορίνθου ἐκδίδει ἀνώνυμα τό βιβλίο περί τῆς συνεχοῦς Θείας Μεταλήψεως, τό ὁποῖο ἀρχικά καταδικάσθηκε ἀπό τούς Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως Γαβριήλ καί Προκόπιο, ὡς παράνομο καί σκανδαλοποιό, ἀθωώθηκε συνοδικά ἀπό τόν Πατριάρχη Νεόφυτο, ὡς ψυχοφελές καί σωτήριο, καί ἔδωσε ἀφορμή στόν Πατριάρχη ἅγιο Γρηγόριο τόν Ε´ νά συντάξη, κατά τό ἔτος 1819, Πατριαρχικό γράμμα πρός τούς Μοναχούς τοῦ ἁγίου Ὄρους, καί νά ἀποφανθῇ ὅτι "χρέος ἔχουσιν οἱ εὐσεβεῖς ἐν ἑκάστῃ μυσταγωγίᾳ νά προσέρχωνται καί νά μεταλαμβανώσιν, ἀρκεῖ νά εἶναι ἀνέγκλητοι παρά τοῦ πνευματικοῦ των" .

Ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι τό γεγονός τῆς τακτικῆς ἤ μή προσελεύσεως τῶν πιστῶν στό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, καθώς καί τῆς καταλλήλου προετοιμασίας, εἶναι ἕνα πού σοβαρό ζήτημα τό ὁποῖο καθημερινά ἀντιμετωπίζουμε καί γιά τό ὁποῖο ὀφείλουμε νά ἐργασθοῦμε σκληρά. Εἶναι ἐπίσης πολύ σημαντικό, ὅσον ἀφορᾶ στό θέμα τῆς συμμετοχῆς στήν Θεία Κοινωνία, νά ἔχουμε κατά νοῦ καί μιά ἄλλη προοπτική: ποιά εἶναι γιά τόν συγκεκριμένο ἄνθρωπο ἡ καλύτερη προετοιμασία; Πῶς θά ἐμφυτεύσουμε μιά ὑγιῆ διάθεση γιά τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία; Πῶς θά βοηθήσουμε τόν ἄνθρωπο νά διατηρήση τήν ἐπιθυμία νά γνωρίση τόν Χριστό;

2. Εὐχαριστία καί Ἐσχατολογία.

Ἡ λατρεία μας μέ τό νά εἶναι φανέρωση τοῦ Θεοῦ γίνεται φανέρωση τοῦ κόσμου. Εἶναι πάντοτε κοσμική, ὑπό τήν ἔννοια ὅτι προσλαμβάνει ὁλόκληρη τήν κτίση ἐν Χριστῷ, εἶναι ἱστορική καί προσλαμβάνει ἐν Χριστῷ τόν χρόνο εἶναι ἐσχατολογική καί μᾶς κάνει μετόχους τῆς ἐρχόμενης Βασιλείας. Ἀνατρέπει κάθε ἔννοια χωροχρονικῆς ἀκολουθίας. Δέν προσδιορίζεται ἀπό τόν χρόνο ἀλλά προσδιορίζει τόν χρόνο. Τό μυστήριο τῆς Συνάξεως εἶναι ἔργο τοῦ Θεοῦ καί ὡς ἔργο τοῦ Θεοῦ ὑπερβαίνειτόν χρόνο καί ἀνήκει στήν αἰωνιότητα. Ἤδη ἡ τέλεση τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου πρό τοῦ Σταυρικοῦ Θανάτου ἀντιστρέφει τόν ἱστορικό χρόνο καί καταργεῖ τήν χρονική ἀκολουθία . Γι' αὐτό ἡ Θεία Λειτουργία δέν πρέπει νά θεωρεῖται ἁπλῶς καί μόνο ὡς μιά αἰσθητική ἐμπειρία ἤ μιά θεραπευτική ἄσκηση. Ἡ μοναδική λειτουργικότητά της εἶναι νά ἀποκαλύπτη τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. "Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος....". Αὐτό εἶναι πού μνημονεύουμε συνέχεια. Ἡ ἀνάμνηση τῆς Βασιλείας εἶναι ἡ πηγή ὅλων τῶν ἄλλων μέσα στήν Ἐκκλησία.

Αὐτή, ὅμως, ἡ βιβλική καί ἀρχέγονη χριστιανική πνευματικότητα, βασισμένη στήν λειτουργική καί ἐσχατολογική κατανόηση τῆς Ἐκκλησίας, ἄρχισε, ἀπό τόν 3ο αἰώνα, σταδιακά, νά ὑποχωρῆ, ἤ στήν καλύτερη περίπτωση νά συνυπάρχη μέ μιά ἄλλη πνευματικότητα . Ἡ Ἐκκλησία παύει νά ἀποτελῆ εἰκόνα τῶν Ἐσχάτων καί γίνεται εἰκόνα τῶν ἀρχικῶν πραγμάτων.

Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ παύει νά εἶναι τό κεντρικό περιεχόμενο καί ἡ ἐσωτερική ὤθηση τῆς χριστιανικῆς πίστης. Κατανοεῖται μόνο ὡς μελλοντική Βασιλεία, γιά τό τέλος καί μετά τό τέλος. Αὐτός ὁ σταδιακός περιορισμός τῆς χριστιανικῆς ἐσχατολογίας εἶχε σοβαρώτατες ἐπιπτώσεις στήν διαμόρφωση τῆς λειτουργικῆς συνειδήσεως, ὅλης τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας καί στήν εὐσέβεια τῶν πιστῶν.

Ποιός ἐνθυμεῖται σήμερα, ὅταν ὁ Ἐπίσκοπος εἰσέρχεται στόν Ναό, ὅτι τό γεγονός αὐτό εἶναι ἕνα μέγα λειτουργικό γεγονός, διότι εἰκονίζει τόν ἐρχομό τοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο, τόσο στήν Πρώτη ὅσο καί στήν Δευτέρα Παρουσία Του. "Τήν μέν οὖν πρώτην εἰς τήν Ἀγίαν Ἐκκλησίαν τοῦ Ἀρχιερέως κατά τήν ἱεράν σύναξιν, τῆς πρώτης τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ διά σαρκός εἰς τόν κόσμον τοῦτον παρουσίας τύπον καί είκόνα φέρειν....Μεθ' ἥν παρουσίαν ἡ εἰς οὐρανούς αὐτοῦ καί τόν ὑπερουράνιον θρόνον ἀνάβασίς τε καί ἀποκατάστασις συμβολικῶς τυποῦται διά τῆς ἐν τῷ ἱερατείῳ τοῦ Ἀρχιερέως εἰσόδου καί τῆς εἰς τόν θρόνον τόν ἱερατικόν ἀναβάσεως.... Τάς δέ θείας τῶν πανιέρων βίβλων ἀναγνώσεις, τάς θείας καί μακαρίας τοῦ παναγίου Θεοῦ βουλήσεις τε καί βουλάς ὑπεμφαίνειν...Τήν δέ πνευματικήν τῶν θείων ᾀσμάτων τερπνότητα τήν ἐμφαντικήν...τῶν θείων ἀγαθῶν ἡδονήν...".



3. Δόγμα καί Θεία Λειτουργία


Ἡ πληρότητα τῆς θεολογικῆς σκέψεως τῆς Ἐκκλησίας εὑρίσκεται στήν λατρεία. Ἡ χριστιανική λατρεία, ὡς ζῶσα ἐμπειρία καί βίωση τῆς πίστεως ἀφ' ἑνός ἐκφράζει τήν βιβλική καί πατερική διδασκαλία καί ἀφ' ἑτέρου τήν δογματική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ φράση τοῦ ἁγίου Εἰρηναίου "ἡμῶν δέ σύμφωνος ἡ γνώμη τῇ εὐχαριστίᾳ καί ἡ εὐχαριστία... βεβαιοῖ τήν γνώμην" ἐπιβεβαιώνει ὅτι, ἡ ὀρθόδοξη λατρεία εἶναι αὐτή καθ' ἑαυτή δογματική καί μαρτυρεῖ περί τῆς ταυτότητος τῆς ἐκκλησιαστικῆς λειτουργίας καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς πίστεως. Τοῦτο ἀποτελεῖ τό πλέον χαρακτηριστικό καί ἔξοχο σημεῖο τῆς Παραδόσεως. Αὐτό δέ θά τό διαπιστώσουμε περισσότερο, ὅταν ἐξετάσουμε καί ἱστορικά τήν ἀντίδραση τῆς λατρείας (οὐσιαστικά τῶν Πατέρων μέσα ἀπό τήν λατρεία) ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν.

Θά μᾶς ἐπιτραπῆ ἐδῶ νά ἀναφέρουμε ἕνα συγκεκριμένο παράδειγμα, τό ὁποῖο ἀφορᾶ στήν σύγχρονη λειτουργική πράξη καί ἀντίληψη σέ σχέση μέ τήν δογματική διδασκαλία. Εἶναι πάρα πολύ σπουδαῖο τό θέμα αὐτό καί ἀξίζει τῆς προσοχῆς τοῦ ἀναγνώστου.

Ἡ ἀρχική εὐχαριστιακή ἀναφορά, τό "Ἄξιον καί δίκαιον", πού διαβάζουμε στήν Θεία Λειτουργία, ἦταν προσευχή πρός τόν Θεό Πατέρα. Ἡ εὐχαριστήριος εὐχή ἤ εὐχή τῆς ἀναφορᾶς τῆς Θείας Λειτουργίας τοῦ Ἁγίου Κλήμεντος, Ἐπισκόπου Ρώμης, ἀναφέρεται καί στήν μεταξύ τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος σχέση. Στήν Θεία Λειτουργία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου εἶναι σαφές, ὅτι μόνο ὁ Θεός Πατήρ δέχεται τήν εὐχή τῆς ἀναφορᾶς. Στήν Θεία Λειτουργία τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, ὅπως ἐπισημαίνουν οἱ Λειτουργιολόγοι, μετά τόν Δ´ αἰώνα, ὑπῆρξε κάποια ἀλλαγή καί στήν Ἀναφορά προστέθηκε ἡ φράση "Σύ καί ὁ Μονογενής Σου Υἱός καί τό Πνεῦμα Σου τό Ἅγιον". Ἀναφέρεται δηλαδή ὅλη ἡ Ἁγία Τριάδα.

Γι' αὐτό καί θεωρεῖται μέγιστο λάθος αὐτό πού κάνουν πολλοί ἱερεῖς, νά στρέφωνται πρός τήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ στό "Εὐχαριστήσωμεν τῷ Κυρίῳ". Εἶναι δογματικό λάθος. Ἴσως ἀναρωτηθῆ κανείς: "Τί σημασία ἔχει; Δέν εἶναι θέμα θεότητος, διότι στήν περίπτωση αὐτή ἡ διάκριση τῶν Προσώπων τῆς ἁγίας Τριάδος δέν πρέπει νά ἔχη καμμία σημασία". Ἡ διάκριση τῶν Προσώπων εἶναι πολύ σημαντική καί οὐσιαστική γιά τήν ὀρθόδοξη πίστη καί θεολογία. Δέν εἶναι τυχαῖοι οἱ ἀγῶνες τῶν Καππαδοκῶν Πατέρων γιά νά διατηρήσουν αὐτή τήν διάκριση. Ὅπως δέν εἶναι καί τυχαῖο τό γεγονός, ὅτι οἱ αἱρετικοί, γνωρίζοντας, ὅτι αὐτή ἡ διδασκαλία ἀποτελεῖ χαρακτηριστικό καί ἔξοχο σημεῖο τῆς πίστεως, προσπάθησαν νά διαταράξουν ἀπό τήν ἀρχή αὐτήν τήν διάκριση ἀλλοιώνοντας τήν μορφή καί τό περιεχόμενο τῆς εὐχαριστηρίου ἤ τῆς εὐχῆς τῆς Ἀναφορᾶς καί τῶν λειτουργικῶν τύπων. Ὅ,τι κάνει λοιπόν ὁ Υἱός στήν Λειτουργία δέν εἶναι τό ἴδιο μ' αὐτό πού κάνει ὁ Πατήρ, οὔτε τό ἴδιο μ' αὐτό πού κάνει τό Πνεῦμα. Τό κάθε Πρόσωπο κάνει διαφορετικό ἔργο σέ ὅλο τό μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας καί τό ἔργο αὐτό μεταφέρεται στήν Θεία Εὐχαριστία. Ὁ Υἱός ἐκτελεῖ τήν εὐδοκία τοῦ Πατρός τῇ συνεργείᾳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἀναφέρει πλέον στόν Πατέρα ὅλη τήν Οἰκονομία. Ἡ Εὐχαριστία εἶναι ἀκριβῶς αὐτή ἡ προσαγωγή, ἡ προσφορά καί ἀναφορά στόν Πατέρα. Γι' αὐτό στήν Θεία Εὐχαριστία, καί μάλιστα τήν στιγμή τῆς Ἀναφορᾶς, δέν προσεύχεται ἡ Ἐκκλησία μόνη της. Προσεύχεται ὁ Χριστός. Γι' αὐτό στήν Θεία Εὐχαριστία δέν ὑπάρχει διάλογος μεταξύ Χριστοῦ καί Ἐκκλησίας, ἀλλά μεταξύ Θεοῦ Πατρός καί Χριστοῦ-Ἐκκλησίας.

Κατά τόν ΙΒ' αἰώνα ἔγινε μιά μεγάλη θεολογική διαμάχη, μιά προσπάθεια ἐπικρατήσεως "καινοτομίας δόγματος", γιά τό ποιός προσφέρει καί ποιός ἀποδέχεται τήν Θεία Εὐχαριστία, καί στήν ὁποία κυρίαρχο ρόλο διεδραμάτισε ὁ Νικόλαος Μεθώνης. Τό ἐρώτημα εἶναι πολύ σοβαρό, διότι κάθε ἀντίληψη, ὅτι ὁ Θεός Πατήρ μπορεῖ νά ἐνεργήση, κατά κάποιο τρόπο, χωρίς τήν παρουσία τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, θά σήμαινε διαίρεση μεταξύ τῶν Προσώπων τῆς Τριαδικῆς Θεότητος. Εἶναι βασικό Πατερικό ἀξίωμα, ὅτι τά τρία Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος δέν χωρίζουν ποτέ. Καί στήν Οἰκονομία καί στήν Ἐνσάρκωση εἶναι μαζί, ἀλλά δέν σαρκοῦνται ὅλα. Ἐδῶ εἶναι ἡ μεγάλη λεπτομέρεια: ὁ Υἱός δέχεται τήν Θεία Εὐχαριστία, μαζί μέ τόν Θεό Πατέρα καί τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἀλλά σέ διάκριση ἀπό τόν Θεό Πατέρα καί τό Ἅγιο Πνεῦμα. Αὐτό εἶναι τό μυστήριο τῆς κοινωνίας, ἡ ὁποία εἶναι προϋπόθεση τῆς ὑποστάσεως.

Δέν εἶναι λοιπόν ἄλλος ὁ προσφέρων καί ἄλλος ὁ προσφερόμενος "ἀλλ' αὐτός καί εἷς κατά τήν ὑπόστασιν Χριστός, προσφέρων μέν λέγεται ὡς ἱερεύς καθεστώς κατά τήν τάξιν Μελχισεδέκ,... προσφερόμενος δέ ὡς οὐκ ἄλλό τι προσφέρων παρ' ἑαυτόν, ἀλλ' ἤ τό οἰκεῖον σῶμα τε καί αἷμα... καί πάλιν ὁ αὐτός διαδιδόμενος λέγεται, καί ταῦτα μέν κατά τό ἀνθρώπινον, εἰ καί πάντα θεότερον πως, προσδεχόμενος δέ ὡς κατά τήν θεότητα ἡνωμένος ἀεί τῷ Πατρί καί τῷ Πνεύματι καί τούτοις ἀχωρίστως συννοούμενος καί συνδοξαζόμενος τά τε ἄλλα καί τό προσδέχεσθαι τήν προσαγωγήν". "Ταῦτα δέ καί τά δῶρα τά προσφερόμενα, ἡ σάρξ καί τό αἷμα, ἅ πάλιν αὐτός ἐστιν ὁ προσφέρων, καί δι' αὐτῶν προσφερόμενος".

Θά πρέπει στό σημεῖο αὐτό νά ἐνθυμηθοῦμε τό ἀκόλουθο γεγονός. Οἱ Ἀρειανοί καί μάλιστα οἱ Εὐνομιανοί, ἔθεσαν τό ζήτημα στούς Ὀρθοδόξους ἄν ὁ Υἱός εἶναι δηλωτικός τῆς οὐσίας ἤ τῆς ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ: Ἐάν οἱ Ὀρθόδοξοι ἔλεγαν, ὅτι εἶναι δηλωτικός τῆς οὐσίας, τότε δέν θά μποροῦσαν νά Τόν διακρίνουν ἀπό τόν Πατέρα. Ἐάν ἔλεγαν, ὅτι εἶναι ὄνομα ἐνεργείας, τότε κινδύνευαν νά δεχθοῦν, ὅτι πρόκειται γιά κτίσμα. Μπροστά στήν πίεση αὐτή ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, στόν Τρίτο Θεολογικό του Λόγο, τονίζει μέ ἔμφαση, ὅτι ὁ Υἱός δέν εἶναι οὔτε οὐσίας οὔτε ἐνεργείας ὄνομα, ἀλλά ὄνομα σχέσεως.

Ἐπαναλαμβάνουμε, ὅτι ἴσως κάποιος πεῖ: "Ὅλα εἶναι μπερδεμένα. Δέν εἶναι ἀνάγκη νά κάνουμε τίς διακρίσεις αὐτές. Σέ τί τέλος πάντων θά χρησιμεύσουν". Τήν ἀπάντηση τήν δίδει ἡ Θεία Λειτουργία, ἡ ὁποία εἶναι πολύ προσεκτική στόν χειρισμό τῆς διακρίσεως τῶν Προσώπων. Ἡ θεολογία τῆς πίστεως καί τῆς Εὐχαριστίας εἶναι πραγματική Θεολογία μόνον καί ἐφ' ὅσον εἶναι Τριαδική Θεολογία. "Ἐν Τριάδι ἡ Θεολογία τελεία ἐστι". Ἐμεῖς ἔχουμε δημιουργήσει μιά εὐσέβεια λειτουργική ἐρήμην τῆς διακρίσεως τῶν Προσώπων τῆς ἁγίας Τριάδος. Αὐτό εἶναι τόσο ἐπικίνδυνο, ὥστε ὑπάρχει περίπτωση νά ὁδηγήση σέ μιά ἀχρήστευση καί φθορά τῆς Τριαδικῆς Θεολογίας. Καί ἡ φθορά αὐτή, πού στήν οὐσία της εἶναι ἐγκατάλειψη τῆς "τελειωτάτης θεογνωσίας", ὁδηγεῖ στήν ἀνυπαρξία, τό ἀπατηλό, τό ψευδές. Αὐτό τό ὁποῖο πρέπει πολύ σοβαρά νά μᾶς προβληματίση εἶναι, ὅτι ἡ Τριαδική Θεολογία γίνεται πλέον ἕνα δόγμα, τό ὁποῖο δέν ἔχει καμμιά σχέση μέ τόν τρόπο τόν ὁποῖο ζοῦμε. Δέν εἶναι τυχαῖο τό γεγονός, ὅτι σήμερα ζοῦμε, ὑπολανθανόντως, σ' ἕνα κλῖμα, τό ὁποῖο καλλιεργεῖ ὄχι ὑπαρξιακά καί σωτηριολογικά, ἀλλά εὐσεβιστικά καί ἠθικά τήν ἔννοια τῆς λατρείας καί τοῦ δόγματος.

Θά πρέπει νά ἀναρωτηθοῦμε, ἐπίσης, μήπως, στήν πίστη μας, τήν πρώτη καί κεντρική θέση κατέχει ἡ λύτρωση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τίς ἁμαρτίες του. Τό ζήτημα εἶναι σπουδαῖο, διότι ἡ πίστη δέν εἶναι δυνατόν νά ἀρχίζη μέ τήν ἁμαρτία. Ἡ ἀρχή δέν εἶναι ἡ λύτρωση τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ἀπό τήν δουλεία τῆς ἁμαρτίας. Ἡ ἀρχή καί τό θεμέλιο τῶν πάντων εἶναι τό μυστήριο τῆς Τριαδικῆς ζωῆς.


4. Περί τῶν τελουμένων, τῆς ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν καί τοῦ θείου κηρύγματος.

Γνωρίζουμε, ὅτι ἡ χριστιανική λατρεία ἔχει μιά μακρά καί περίπλοκη ἀνάπτυξη καί ὅτι ἡ σημερινή ἑνότητα τοῦ Τυπικοῦ στήν Ὀρθοδοξία εἶναι συγκριτικά τελευταῖο ἐπίτευγμα. Ἡ Ἐκκλησία ποτέ δέν εἶχε διατηρήσει τήν πλήρη λειτουργική ὁμοιομορφία ὡς οὐσιώδη ἑνότητά της. Ὅμως, παρά τήν ὑπάρχουσα, ἀνέκαθεν, ἐλευθερία στήν διά τῆς φυσικῆς ἐξελίξεως διαμόρφωση γεγονότων ἤ λεπτομερειῶν τῆς λατρείας, διαπιστώνουμε, ὅτι α) ἡ Ἐκκλησία κατοχυρώνει τήν θεία λατρεία καί διά κανόνων, καί β) ἡ τελική διαμόρφωση τῆς λατρείας καθορίζεται πάντοτε ὑπό τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως. "Οἱ Πρεσβύτεροι καί οἱ Διάκονοι ἄνευ γνώμης τοῦ Ἐπισκόπου μηδέν ἐπιτελείτωσαν. Αὐτός γάρ ἐστιν ὁ πεπιστευμένος τόν λαόν Κυρίου καί τόν ὑπέρ τῶν ψυχῶν αὐτῶν λόγον ἀπαιτηθησόμενος".

Θά σταθοῦμε, χαρακτηριστικά σέ ἕνα ἀντιλεγόμενο σημεῖο τῆς λειτουργικῆς μας πράξης, γιά νά διαπιστώσουμε καλύτερα, πῶς διαμορφώνονται τά πράγματα στήν λατρεία μας μέσα ἀπό τήν ἱστορία καί τήν αὐθεντικότητα τῆς πνευματικότητος. Πρόκειται περί τοῦ τρόπου ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν στήν Θεία Λειτουργία. Ἐάν αὐτές ἀπαγγέλονται μυστικῶς ἤ ἐκφώνως. Καθ' ὅτι ἕως καί σήμερα ὅλες οἱ εὐχές τῶν Μυστηρίων ἀναγινώσκονται εἰς ἐπήκοον, τό πρόβλημα ἑστιάζεται στήν τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας.

Ἡ παρεμβολή, νεστοριανῆς προελεύσεως, πράξεως, ἡ ὁποία ἤθελε μυστική τήν ἀπαγγελία τῶν εὐχῶν ὑπό τοῦ ἱερέως, ἡ ἐπίδραση τῆς μυστικῆς θεολογίας καί τοῦ μοναχισμοῦ, ἡ πορεία τῆς Ὀρθοδοξίας κατά τούς μεταγενέστερους χρόνους, ἡ μή ἐπαρκής κατάρτιση καί ἐκπαίδευση τοῦ κλήρου, ἄλλοι τεχνικοί λόγοι, ὡδήγησαν τήν λατρεία στήν ἐπιβολή μιᾶς ἀντιπαραδοσιακῆς πράξεως, πού ἐκφράζεται μέ τήν καθ' ἑαυτόν ἀνάγνωση τῶν εὐχῶν.

Εἶναι χαρακτηριστική ἡ διάταξη 6 τῆς 137ης Νεαρᾶς τοῦ Ἰουστινιανοῦ: "Κελεύομεν πάντας ἐπισκόπους τε καί πρεσβυτέρους μή κατά τό σεσιωπημένον, ἀλλά μετά φωνῆς τῷ πιστοτάτῳ λαῷ ἐξακουομένης τήν θείαν προσκομιδήν καί τήν ἐν τῷ ἁγίῳ Βαπτίσματι προσευχήν ποιεῖσθαι πρός τό κἀντεῦθεν τάς τῶν ἀκουοτάτων ψυχάς εἰς πλείονα κατάνυξιν καί τήν πρός τόν Δεσπότην Θεόν διανίστασθαι δοξολογίαν. Οὕτω γάρ ὁ θεῖος ἀπόστολος διδάσκει λέγων... ἐπεί ἐάν εὐλογήσῃς τῷ πνεύματι, ὁ ἀναπληρῶν τόν τόπον τοῦ ἰδιώτου πώς ἐρεῖ τό Ἀμήν τῷ Θεῷ ἐπί τῇ σῇ εὐχαριστίᾳ. Στήν ἴδια Νεαρά ἀναφέρεται, ὅτι ὁ ὑποψήφιος γιά τό ἀρχιερατικό ἀξίωμα πρέπει νά ὑποβάλλεται, ἐκ τῶν προτέρων, σέ κάποια ἐξέταση ὅσον ἀφορᾶ τήν ἀπαγγελία τῆς εὐχῆς τῆς θείας προσκομιδῆς καί αὐτῆς τοῦ βαπτίσματος. "...Θεσπίζομεν, ὁσάκις χρεία γένηται Ἐπίσκοπον χειροτονηθῆναι... ἀπαιτεῖσθαι πρότερον τόν μέλλοντα χειροτονηθῆναι... ἀπαγγέλειν τοῦτον τήν θείαν προσκομιδήν τήν ἐπί τῇ ἁγίᾳ κοινωνίᾳ γινομένην...".

Ἴσως ρωτήση κάποιος· τί ἐννοεῖ, ὅταν λέγει "θεία Προσκομιδή"; Σέ πολλές μαρτυρίες φαίνεται, ὅτι ὁ ὅρος Προσκομιδή ἐσήμαινε γενικά τήν Θεία Λειτουργία καί κυρίως τήν εὐχή τῆς Ἀναφορᾶς. Αὐτό προκύπτει ἀπό τήν μελέτη τῶν πηγῶν τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως καί πολλῶν ἀπό τά ἀρχαιότερα σωζόμενα χειρόγραφα Εὐχολόγια τοῦ βυζαντινοῦ λειτουργικοῦ τύπου. Ὁ Ἰωάννης Μόσχος λέγει, ὅτι διά τοῦ ὅρου Προσκομιδή δηλώνεται τό τμῆμα τῆς Θείας Λειτουργίας ἀπό τοῦ "Ἄξιον καί Δίκαιον" μέχρι τῆς κλάσεως τοῦ καθαγιασμένου Ἄρτου καί τῆς Κοινωνίας. Ὁ ἴδιος δέ συνεχίζει καί λέγει: "Ἐπειδή... οἱ Πρεσβύτεροι ἐκφωνοῦν "μεγάλως" (τίς εὐχές), τά παιδιά γνωρίζουν καί μαθαίνουν τήν εὐχή τῆς Ἀναφορᾶς, ἐπειδή ἀκριβῶς αὐτή συνεχῶς ἐκφωνεῖται...". Νά μιά πράξη, ἡ ὁποία θά μποροῦσε νά μᾶς βοηθήση, πρός τό παρόν τουλάχιστον, στήν ἀντιμετώπιση τοῦ γλωσσικοῦ προβλήματος. Τό ὑπό τοῦ Ἰωάννου Μόσχου μαρτυρούμενο παρουσιάζεται γενικευμένο, ὅπως φαίνεται στίς λειτουργικές δέλτους καί σέ ὅλες τίς Ἐκκλησίες τῆς Συρίας καί Ἀλεξανδρείας. Ὁ ἅγιος Ἰουστίνος, ὁ φιλόσοφος καί μάρτυς, στήν 1η Ἀπολογία μαρτυρεῖ, ὅτι οἱ εὐχές ἐλέγοντο μεγαλοφώνως. Ὁ Ἰωάννης Πρωτοψάλτης (7ος αἰών) γράφει, ὅτι ἡ ἀναφορά ἀπηγγέλλετο μεγαλοφώνως ἀκόμα καί στήν Δυτική Ἐκκλησία καί ἐψάλλετο. Σέ 42 λειτουργικούς τύπους τῆς Ἀνατολικῆς Συρίας, πού δημοσιεύθηκαν, ὑπάρχει, πρό τῶν εὐχῶν, ἡ ἔνδειξη "ὁ ἱερεύς ὑψῶν τήν φωνήν" ἤ "ὁ ἱερεύς κλινόμενος". Εἶναι δέ χαρακτηριστικό, ὅτι ὁ Πάπας Πῖος ὁ Ι´ καθιέρωσε τήν ἀνάγνωση τῶν εὐχῶν μεγαλοφώνως, δηλαδή υἱοθέτησε τήν λειτουργική πράξη τῆς Ἀνατολῆς.

Ἡ πράξη τῆς Ἐκκλησίας, καθώς καί οἱ ἐπί τῶν κωδίκων καί λειτουργικῶν δέλτων ἐνδείξεις, μᾶς πείθουν γιά τήν εἰς ἐπήκοον ἀνάγνωση - ἐπαγγελία τῶν εὐχῶν. Ἡ δέ σύγχρονη ἔρευνα ἐπί τοῦ πεδίου τῆς Λειτουργικῆς Θεολογίας, ἰδιαίτερα ὑπό τῶν Παναγιώτου Τρεμπέλα καί Ἰωάννου Φουντούλη, μᾶς ὁδηγοῦν στό συμπέρασμα, πώς τό σύνολο τῶν εὐχῶν, ἐκτός ἐκείνων πού ἀναφέρονται ἀποκλειστικά στόν λειτουργό ἱερέα, ἀπαγγέλονται εἰς ἐπήκοον, κατά τύπον εὐκρινοῦς ἀναγνώσεως. Κατ' αὐτόν τόν τρόπο, ὁ λαός τοῦ Θεοῦ μετέχει ἐνεργέστερα τῶν τελουμένων στόν Ναό, γεγονός τό ὁποῖο ἀποτελεῖ τό αἴτημα τῆς Ὀρθοδόξου Λειτουργικῆς Θεολογίας, μά καί τῆς ἴδιας τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία προϋποθέτει τήν μετοχή μέ γνώση, ἀγάπη καί πίστη.

Στήν Ἑλλάδα τό πρόβλημα τῆς ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν ἀρχίζει νά δημιουργεῖται ἐντονώτερα περί τά μέσα τοῦ αἰῶνος. Τό 1951 οἱ κάτοικοι τῆς Αἴγινας διαμαρτύρονται ἔντονα γιά τήν, κατόπιν ἐγκυκλίου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἀπαγόρευση τῆς ἐκφώνου ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν. Τό 1955 ὁ Μητροπολίτης Κορινθίας καταγγέλλει τήν ἀνάγνωση τῶν εὐχῶν εἰς ἐπήκοον τοῦ ἐκκλησιάσματος, τήν τέλεση τῆς λειτουργίας τοῦ ἁγίου Ἰακώβου καί τῆς ἑσπερινῆς Προηγιασμένης. Στό ἴδιο πνεῦμα κινεῖται καί ὁ καθηγητής Ἀμίλκας Ἀλιβιζᾶτος, ὁ ὁποῖος ὁμιλεῖ περί σκανδαλισμοῦ καί περί σχίσματος. Ἀντίθετος μέ τό πνεῦμα αὐτό εἶναι ὁ Μητροπολίτης Κερκύρας Μεθόδιος, ὁ ὁποῖος σέ ἐμπεριστατωμένο ὑπόμνημά του πρός τήν Ἱερά Σύνοδο προτείνει τήν ἀντιμετώπιση τοῦ θέματος μέ βάση τήν παράδοση καί τίς πηγές.

Τελικά, ἡ Ἱερά Σύνοδος, δι' Ἐγκυκλίου αὐτῆς. διατάσσει αὐστηρῶς τήν ἀνάγνωση τῶν εὐχῶν μυστικῶς καί ὄχι εἰς ἐπήκοον τοῦ ἐκκλησιάσματος καί τήν ἐμμελῆ ἀνάγνωση τοῦ ἀποστολικοῦ καί εὐαγγελικοῦ κειμένου, ὑπό τόν ὅρο νά μήν συντελῆ αὐτή σέ βλάβη τῆς ἐννοίας τοῦ κειμένου. Ἡ θέση αὐτή, μέχρι σήμερα, τουλάχιστον τυπικά, δέν ἔχει ἀλλάξει.

Ἐκεῖνο τό ὁποῖο πρέπει νά μᾶς προβληματίση εἶναι σέ τί θά συντελέση ἡ διαιώνιση τῆς σημερινῆς πράξεως:

στήν τήρηση τῆς τάξεως, πού μέχρι τώρα εἴχαμε συνηθίση, (ἡ ἐμμονή στήν συνήθεια ἤ τήν ἀρχαιότητα, χωρίς τήν ἀλήθεια, δέν χρησιμεύει).

στό νά κατατρώγονται οἱ εὐχές,

στό νά ψελλίζωνται ἐπί τροχάδην,

στό νά ἀναγινώσκονται πρωθύστερα,

στό νά κατακερματίζονται καί νά ἀκρωτηριάζεται ἡ ἀναφορά;

Ἔτσι πώς ἔχουν διαμορφωθῆ τά πράγματα σήμερα τό ἐρώτημα περί τῆς μυστικῆς ἤ τῆς εἰς ἐπήκοον ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν εἶναι ψευτοδίλημμα. Αὐτό τό ὁποῖο εἶναι πολύ οὐσιαστικό εἶναι νά ἀναγινώσκονται οἱ εὐχές στήν θέση τους. Ἀπό κεῖ καί πέρα θά προκύψουν μόνα τους κάποια πράγματα. Κανένας δέν ἔχει τό δικαίωμα νά διαβάζη τίς εὐχές τῆς Θείας Λειτουργίας ὅποτε θέλει, ὁποιαδήποτε λειτουργική στιγμή, καί νά διαμορφώνη μέ τόν τρόπο αὐτό μιά ἀλλότρια λειτουργική ἔκφραση καί πράξη, πού κάθε ἄλλο παρά ὀρθόδοξη εἶναι. Πρόκειται γιά φαινόμενο ἀσέβειας, αὐθαιρεσίας, ἐκκλησιολογικῆς ἐκτροπῆς καί ἀνατροπῆς, μή ἀποκαταστάσεως τῆς πληρότητας καί ὁλοκληρώσεως τῆς ἀληθείας.

Συμπερασματικά, στό θέμα τῆς λειτουργικῆς μας πράξεως, θά λέγαμε, ὅτι εἶναι οὐσιαστικό νά γνωρίσουμε πρῶτα αὐτό πού κάνουμε καί τό "γιατί τό πράττουμε" καί ἐάν κάποιες διαθέσεις γιά τήν λειτουργική ὁμοιομορφία, λειτουργικές ἀλλαγές καί προσθῆκες, θά μποροῦσαν νά ἐγγυηθοῦν μία πρόοδο, πού θά ὠφελοῦσε τήν αὔξηση καί προκοπή τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος, καί ὄχι μιά εὐκαιριακή μεταμόρφωση.



4. 1. Τό κήρυγμα


Πολλές φορές παρεμβάλλεται, κατά τήν ὥρα τῆς Θείας Κοινωνίας τῶν κληρικῶν, στό Κοινωνικό δηλαδή, τό θεῖο κήρυγμα, τό ὁποῖο ἀνέκαθεν ἐτελεσιουργεῖτο μετά τά ἱερά ἀναγνώσματα καί μάλιστα τἠν ἀνάγνωση τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου. Εἶναι κάτι πού καί ὁ γράφων τό πράττει. Φοβούμεθα, ὅμως, ὅτι ἡ τακτική αὐτή διασπᾶ τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας σέ δύο τάξεις: στήν τάξη τῶν κοινωνούντων κληρικῶν καί στήν τάξη τῶν ἀκροωμένων λαϊκῶν. Εἶναι φανερό, παρά τά ὅποια πρακτικά προβλήματα, τά ὁποῖα μᾶς ἀναγκάζουν νά μεταθέτουμε τήν ὥρα τοῦ κηρύγματος, ἡ εἰκόνα αὐτή δέν ἐνισχύει τήν ἔννοια τῆς Κοινωνίας καί τοῦ ἑνός Σώματος μεταξύ τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ πράξη δέ αὐτή μᾶς ἀποκαλύπτει καί ἕνα ἄλλο πρόβλημα. Τό πρόβλημα αὐτό εἶναι, ὅτι οἱ πιστοί μας ἔπαυσαν νά θεωροῦν ὡς τό κέντρο τῆς λατρείας τήν θεία Εὐχαριστία καί τήν συμμετοχή τους σ' αὐτή. "Οἰκονομοῦντες", λοιπόν, κατ' αὐτόν τόν τρόπο τά πράγματα, μεταθέτοντες τό κήρυγμα σέ ἕνα σημεῖο πού διευκολύνει, κατά τήν ἄποψή μας, τά πράγματα, θά πρέπει νά προβληματιστοῦμε, κατά πρῶτον, ἐάν βοηθᾶμε τούς πιστούς νά βιώσουν τήν κεντρική σημασία τῆς Θείας Εὐχαριστίας στήν προσωπική τους ζωή καί στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί, κατά δεύτερον, ἐάν τό κήρυγμά μας τούς διδάσκει πῶς νά λατρεύουν τόν Θεό μέσα στήν Ἐκκλησία. Γίνεται κατανοητό, ὅτι καί αὐτό τό θέμα εἶναι σοβαρώτατο. Πρέπει νά κατανοήσουμε, ὅτι δέν πρόκειται ἁπλῶς περί "ἐξυπηρετήσεως" μιᾶς πρακτικῆς ἀνάγκης, ἀλλά περί αὐτῆς τῆς οὐσίας τῆς θείας λατρείας, περί τῆς ἐκφράσεως τῆς πραγματικότητας αὐτῆς ὑπό τῶν πιστῶν. Πάντως εἶναι προτιμότερο, χωρίς νά ἀποκλείσουμε κάποιες ἐξαιρετικές περιπτώσεις, νά ὑποστοῦμε τά μειονεκτήματα τῆς ὀρθῆς πράξεως, τῆς ἐπιστροφῆς δηλαδή τοῦ κηρύγματος ἀμέσως μετά τήν ἀνάγνωση τοῦ Εὐαγγελίου, παρά νά ἐπωφεληθοῦμε ἀπό τά ἀμφίβολα πλεονεκτήματα τῆς μεταθέσεώς του κατά τήν ὥρα τοῦ Κοινωνικοῦ.



Ἀντί Ἐπιλόγου

Παρά τίς δυσκολίες καί τά προβλήματα ἡ ἐκκλησιαστική αὐτοσυνειδησία μπορεῖ, γιατί ὑπάρχει ἡ Χάρη τοῦ Πνεύματος, νά ξαναζωντανεύη, νά ἐνεργοποιεῖται καί διατηρῆται κάθε στιγμή κατά τόν χρόνο τῆς ζωῆς μας. Ὁμολογοῦμε ἀκόμη καί σήμερα, παρά τήν ἀστοχία καί ἀτέλειά μας, τήν δυνατότητα τῆς κοινωνίας μέ τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τῆς εἰσόδου μας μέσα στήν λάμψη, στήν ἀλήθεια καί στήν χαρά τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως. "Εἴδομεν τό φῶς τό ἀληθινόν, ἐλά βομεν Πνεῦμα ἐπουράνιον, εὕρομεν πίστιν ἀληθῆ, ἀδιαίρετον Τριάδα προσκυνοῦμεν". Ὀφείλουμε δυναμικά νά ἐπανεύρουμε καί νά ἀνακαλύψουμε τό νόημα τῆς Εὐχαριστίας, τῆς μεγαλύτερης καί πιό ἀληθινῆς δυνάμεώς μας, νά ἀποκτήσουμε συνείδηση τῆς ἐσχατολογικῆς πληρότητάς της, νά τήν γνωρίσουμε καί πάλι ὡς μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι ἡ κάθε ἡμέρα μας εἶναι γεμάτη μέ τό πλήρωμα τῆς ζωῆς καί ὅλος ὁ χρόνος τοῦ παρόντος βίου γίνεται "ἐνιαυτός Κυρίου δε κτός" .

Κατά τήν διάρκεια τῆς ἱερατικῆς μας πορείας, σταυρικῆς καί μαρτυρικῆς ὅσο ποτέ ἄλλοτε, ἄς μήν λησμονοῦμε, ὅτι τό ἅγιο Πνεῦμα, πού κατευθύνει τό "λειτουργικό μέλλον" τῆς Ἐκκλησίας, θά ἔχη καί πάλι τόν τελευταῖο λόγο.





-----------------------------------------------

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


Βλ. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν, Ἡ λειτουργική ἀναγέννηση καί ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἐκδόσεις Σηματωρός, Λάρνακα, 1989, σελ. 44, 110.

2 Ὅπ. π.., σελ. 45-46

3 Βλ. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν, ὅπ. π., σελ. 44, 110.

4 George Florovsky,Ways of Russian Theology, p. 516.

5 "Τό τήν θυσίαν ταύτην μή εἰκόνα καί τύπον εἶναι θυσίας, ἀλλά θυσίαν ἀληθινήν, τό μή ἄρτον εἶναι τό τεθυμένον, ἀλλ' αὐτό τό τοῦ Χριστοῦ Σῶμα, καί πρός τούτοις, τό μίαν εἶναι τήν τοῦ Ἀμνοῦ τοῦ Θεοῦ θυσίαν, καί ἅπαξ γεγενημένην", Ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα, Ἑρμηνεία τῆς Θείας Λειτουργίας, λβ, P.G. 1150, 440 -441.

6 Θεία Λειτουργία.

7 Βλ. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν, ὅπ.π., σελ. 26.

8 Βλ. Ἰωάννου (Ζηζιούλα), Μητροπολίτου Περγάμου, Εὐχαριστιακή θεωρησις τοῦ κόσμου καί ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος, Χριστιανικόν Συμπόσιον, Ἀθῆναι 1967.

9 Ἡ ἐπάνοδος τοῦ ἀνθρώπου στἠν θεανθρώπινη κοινωνία και ἡ μετοχή στήν αἰώνια ζωή τοῦ Θεοῦ τελεῖται στήν Ἐκκλησία μέ τά ἅγια Μυστήρια, τά ὁποῖα ἀποτελοῦν τίς πηγές τῆς θεανθρώπινης ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Γι' αὐτό, ὅπως χαρακτηριστικά ἀναφέρει ὁ ἱερός Νικόλαος Καβάσιλας " ἡ Ἐκκλησία ἐν τοῖς μυστηρίοις σημαίνεται" Ἑρμηνεία τῆς Θείας Λειτουργίας, λη´ (P.G. 150, 452).

10 "Μή τοίνυν θαρρῶμεν ὅτι γεγόναμεν ἅπαξ τοῦ σώματος", Ἱεροῦ Χρυσοστόμου, Εἰς τήν πρός Ἐφεσίους ἐπιστολήν, ὁμιλία γ, κεφ. δ. P.G. 60, 23..

11 Θεία Λειτουργία.

12 Ἁγίου Ἰγνατίου, Ἐφ. 13.

13 Ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, Ἀντιρρητικός πρῶτος, P.G. 90, 480 Δ.

14 Χερουβικός ὕμνος Θείας Λειτουργίας Προηγιασμένων Δώρων.

15 Θεία Λειτουργία.

16 Ἀλεξάνδρου Σμέμαν, ὅπ. π., σελ. 47 κ.ἐ., 80-81. Πρβλ. Χρήστου Θ. Κρικώνη, Τό Μυστήριον τῆς Ἐκλησίας, Πατερικαί ἀπόψεις, Περιοδικόν ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ, τόμος 18, τεῦχος Α., Θεσσαλονίκη 1986, σελ. 28: "Ἡ Λειτουργία ὄχι μόνον ὡς τελετουργκή πρᾶξις, ἀλλά ὡς κίνησις τῆς ἀνοδικῆς πορείας τῆς Ἐκκλησίας πρός τόν Θεόν καί τῆς τελειοποιήσεως τῆς ἑνότητός της ἐντός τοῦ Θεοῦ περιέχεται εἰς τήν Ἐκκλησίαν, ὅπως ἡ Ἐκκλησία περιέχεται ἐντός τῆς Λειτουργίας" Πρβλ., ἐπίσης, Ἁγίου Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Μυσταγωγία, P.G. 91, κεφ. Η καί ΚΓ.

17 Robert Taft, Liturgy and Eucharist, p. 416. Πρβλ., τοῦ ἰδίου The Liturgy of the Great Church.

18 Ἡ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό δέν πρέπει νά νοεῖται ὡς ἰδιωτική ὑπόθεση αὐτοῦ ὄχι μόνο ἐπειδή ὁ Θεός εἶναι Τριαδικός, ἀλλά ἐπιπλέον διότι ἡ Ἀνάσταση προϋποθέτει τήν τελική καί ὁμαδική ἀποκατάσταση τῆς κοινωνίας τῶν δικαίων ἤ τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία " πάντων πρώτη ἐκτίσθη... καί διά ταύτην ὁ κόσμος κατηρτίσθη ", βλ. Α´ Θεσ. 4, 13 -18 καί Ποιμήν, Ὅρασις Β, 4.

19 Ἰωάννου Φουντούλη, Λειτουργικά θέματα, τεῦχος Δ´ Θεσσαλονίκη 1979, σελ 46.

20 Θεία Λειτουργία.

21 Ἀλεξάνδρου Σμέμαν, ὅπ.π., σελ. 80-81.

22 Ὁ ἐκκλησιολογικός χαρακτήρας τῶν μυστηρίων φανερώνει, ὅτι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μετέχει σέ αὐτά δέν ἑνώνεται μόνο μέ τόν Χριστό, ἀλλά καί μέ τά λοιπά μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Στήν Θεία Λειτουργία, ὁ ὀρθόδοξος ἄνθρωπος ἀποκτᾶ τήν ἐμπειρία, πώς δέν στέκεται μπροστά στόν Θεό ὡς ἄτομο, φλέγομενο ἀπό τήν ἀγωνία γιά τήν ἰδική του μόνο δικαίωση, ἀλλά ὡς πρόσωπο, σέ διαπροσωπική ἀγαπητική κοινωνία μέ τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο. "Πάντες γάρ ἧμεν ἐν Χριστῷ καί τό κοινόν τῆς ἀνθρωπότητος εἰς αὐτόν ἀναβιοῖ πρόσωπον", Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ὑπόμνημα εἰς τό κατά Ἰωάννην 1, 14 P.G. 73, 161 C. "Μετάληψις δέ λέγεται. Δι' αὐτῆς γάρ τῆς Ἰησοῦ θεότητος μεταλαμβάνομεν. Κοινωνία δέ λέγεταί τε καί ἔστιν ἀληθῶς, διά τό κοινωνεῖν ἡμᾶς δι' αὐτῆς τῷ Χριστῷ καί μετέχειν αὐτοῦ τῆς σαρκός τε καί τῆς θεότητος. Κοινωνεῖν δέ, καί ἑνοῦσθαι ἀλλήλοις δι' αὐτῆς. Ἐπεί γάρ ἐξ ἑνός ἄρτου μεταλαμβάνομεν, οἱ πάντες ἕν σῶμα Χριστοῦ, καί ἕνα αἷμα, καί ἀλλήλων μέλη γινόμεθα, σύσσωμοι Χριστοῦ χρηματίζοντες", Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις Ὀρθοδόξου Πίστεως IV 13, P.G. 94, 1153 BC.

23 Παναγιώτου Σιμιγιάτου, Πρωτοπρεσβυτέρου, " Ἡ συνεχής θεία Κοινωνία κατά τήν ἁγίαν Γραφήν καί τούς ἱερούς κανόνας τῆς ἁγίας ἡμῶν Ἐκκλησίας, Περιοδικό ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ, ΛΣΤ (1961), σελ. 388-399.

24 Π. Εὐδοκίμωφ, Ἡ προσευχή τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, Ἀθήνα, σελ. 65 -66.

25 Ἁγίου Ἰγνατίου, Ἐφ. 5.

26 9ος Ἀποστολικός Κανόνας, 2ος Ἀντιοχείας, 1ος Σαρδικῆς 8οός τῆς ἐν Τρούλλῳ Συνόδου. "Κοινωνεῖν καθ' ἑκάστην ἡμέραν καί μεταλαμβάνειν τοῦ ἁγίου σώματος καί αἵματος τοῦ Χριστοῦ....., Μεγάλου Βασιλείου, Ἐπιστολή 93 πρός Καισαρίαν Πατρικίαν P.G. 32, 484.

27 Μανουήλ Γεδεών, Κανονικαί Διατάξεις, τόμ. Α´, σελ. 269 -274.

28 Μανουήλ Γεδεών, Κανονικαί Διατάξεις, τόμ. Β´, σελ. 122-125.

29 Ἡ Ἐκκλησία εἶναι Καθολική γιατί ἐκτείνεται ὄχι μόνο "πανταχοῦ τῆς οἰκουμένης, ἀλλά καί πανταχοῦ τῶν χρόνων ", Ἱεροῦ Χρυσοστόμου, Ἑρμηνεία εἰς τόν 144ον Ψαλμόν, P.G. 55, 469 -470.

30 Ἀρχιμανδρίτου Σωφρονίου, Ὀψόμεθα τόν Θεόν καθώς ἐστι, Ἔσσεξ, Ἀγγλία 1992, σελ. 360. Ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος μετέχει στήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καί γίνεται κατά Χάριν Θεός, δέν καθίσταται μόνο αἰώνιος καί ἀτελεύτητος, ἀλλά καί ἄναρχος καί ἀΐδιος. Εἶναι θαυμάσιο ἕνα χωρίο τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ: "Γέγονε και ἄναρχος και ἀτελεύτητος, τήν χρονικήν μηκέτι φέρων ἐν ἑαυτῷ κινουμένην ζωήν, τήν ἀρχήν καί τέλος ἔχουσαν, καί πολλοῖς δονουμένην παθήμασι, μόνην δέ τόν Θεόν του ἐνοικήσαντος Λόγου καί ἀΐδιον καί μηδενί θανάτῳ περατουμένην", Περί ἀποριῶν P.G. 91, 1144 Ψ. Βλ. ἐπίσης, Μεγάλου Βασιλείου, Κατά Εὐνομίου, 1, 21 P.G. 29, 560 Β. Ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα, Ἑπτά Ἀνέκδοτοι Λόγοι, ἐκδ. Β. Ψευτογκᾶ, Θεσαλονίκη 1976, σελ. 114-115.



31 Θεία Λειτουργία.

32 Ἡ πνευματική αὐτή ἐμπειρία τῆς Πρώτης Ἐκκλησίας ἀντικατοπτρίζεται μέ ἐνάργεια στήν λειτουργική δομή τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ παλαιές λειτουργικές ἐκφράσεις, οἱ παλαιοί λειτουργικοί τύποι, ὁ ἀπόστολος Παῦλος στήν ἐπανάληψη τῶν εὐχαριστιακῶν λόγων τοῦ Κυρίου καί στήν πρός Ἑβραίους ἐπιστολή (Α´ Κορ. 11 23-26, Ἐβρ. 10, 1) , ἡ Ἀποκάλυψιςτοῦ Ἰωάννου, ἡ ὁποία στή βάση της εἶναι εὐχαριστιακό κείμενο, ἡ Κυριακή προσευχή, ἡ Θεολογία τῶν Ἑλλήνων Πατέρων, ἡ εἰκόνα τῆς Εὐχαριστίας, ὡς "συνάξεως ἐπί τό αὐτό", καί ἡ εἰσοδευτική της διάσταση, ἡπεποίθηση, τῶν ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων, πώς τά γεγόνοτα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἦταν "σκιά" τῶν μελλόντων ἀγαθῶν καί ἡ παροῦσα ἐκκλησιαστική πραγματικότητα, "εἰκόνα" τῆς "ἀλήθειας", πού ἔμελλε νά φανερωθῆ στά Ἔσχατα, τονίζουν ὀντολογικά ὅτι ἠ Θεία Εὐχαριστία δέν συνδέεται ἁπλῶς μέ τήν Μέλλουσα Βασιλεία. Ἀντλεῖ ἀπό αὐτήν τό εἶναι της καί τήν ἀλήθειά της. "Ἡ τῶν ἁγίων καί σεπτῶν μυστηρίων εἴσοδος ἀρχή καί προοιμιόν ἐστι....τῆς γενησομένης ἐν οὐρανοῖς καινῆς διδασκαλίας περί τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ τῆς εἰς ἡμᾶς....Οὐ γάρ μή πίω φησί.......ὁ Θεός καί Λόγος, ἀπ' ἄρτι ἐκ τοῦ γεννήματος τῆς ἀμπέλου, ἕως τῆς ἡμέρας ἐκείνης ὅταν αὐτό πίνων μεθ' ὑμῶν καινόν ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Πατρός ἐμοῦ ", Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ P.G. 137. Βλ., ἐπίσης Μυσταγωγία P.G. 91, 688 κ. ἑξ. Ἀπό τόν Ἅγιο Ἰγνάτιο Ἀντιοχείας καί ἑξῆς βλέπουμε τήν μεταφορά τῆς ἐσχατολογικῆς εἰκόνας τῆς συνάξεως τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ ἐπί τό αὐτό, γύρω ἀπό τόν Χριστό καί τούς Ἀποστόλους, μέ τόν Ἐπίσκοπο, "εἰς τόπον καί τύπον Χριστοῦ", καί τούς Πρεσβυτέρους, τύπους τῶν Ἀποστόλων. Τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας ἐκφράζεται αὐθεντικά στήν περί τόν Ἐπίσκοπο εὐχαριστιακή σύναξη τῆς κοινότητας, ἡ ὁποία δέν ἀναζητεῖ τήν μυστηριακή λύτρωση ἀπό τά δεινά τοῦ κόσμου, οὔτε τήν προσωπική τελείωση καί ἀτομική σωτηρία, ἀλλά ἀποτελεῖ τήν προληπτική φανέρωση τῆς ἐσχατολογικῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

33 Κάτω ἀπό τίς ἔντονες πιέσεις τοῦ χριστιανικοῦ γνωστικισμοῦ καί κυρίως τοῦ πλατωνισμοῦ.

34 Αὐτή ἐμφανίζεται κατά κύριο λόγο στά πλαίσια τῆς Κατηχητικῆς Σχολῆς τῆς Ἀλεξανδρείας, ἀλλά καί τῆς Ἀντιόχειας. Παραδόξως ἡ Θεολογία μας δέν φαίνεται νά ἔχη ἀποδώσει τήν σημασία πού ἔπρεπε στήν ἐσχατολογική διάσταση τῆς Εὐχαριστίας. Κύριο ἐνδιαφέρον της φαίνεται νά ἀποτελεῖ ἡ σχέση τῆς Εὐχαριστίας ὄχι τόσο μέ τά Ἔσχατα, ὅσο μέ τό παρελθόν, μέ τόν Μυστικό Δεῖπνο καί τόν Γολγοθᾶ. Ἴσως πρόκειται γιά μιά ἀκόμη σοβαρή ἐπίδραση τῆς "Βαβυλώνειας αἰχμαλωσίας"της, ὅπως θά ἔλεγε ὁ ἀείμνηστος π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ. Δέν εἶναι τυχαῖο τό γεγονός, ὅτι τό ἐρώτημα, τό ὁποῖο, ἐπί αἰῶνες, ἀπασχόλησε Ρωμαιοκαθολικούς καί Προτεστάντες στήν Δύση εἶναι ἄν ἡ Θεία Εὐχαριστία εἶναι ἐπανάληψη ἤ ὄχι τῆς θυσίας τοῦ Γολγοθᾶ, καί ὄχι ἄν εἶναι εἰκόνα τῶν Ἐσχάτων. Στήν προβληματική αὐτή ἐνεπλάκη καί ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία, κυρίως ἀπό τόν 17ο αἰώνα καί μετά, μέ ἀποτέλεσμα νά παραθεωρηθῆ ἡ σχέση τῆς Εὐχαριστίας μέ τά Ἔσχατα, μέ τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, πρβλ. Μητροπολίτου Περγάμου Ἰωάννου, Εὐχαριστία καί Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, Περιοδικό Σύναξη, τεῦχος 49, Ἀθήνα 1994, σελ. 7-18.

35 Βλ. Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, Ἐκκλησιαστική Ἱεραρχία ΙΙΙ 3, 13.

36 Ἕνα χαρακτηριστικό ἀποτέλεσμα τῆς προηγούμενης θεωρήσεως τῶν πραγμάτων εἶναι ὁ ὑπέρμετρος συμβολισμός τῶν διαφόρων στοιχείων τῆς Θείας Λειτουργίας. Μήπως λοιπόν πρέπει νά ὑποβάλουμε τίς ἀντιρρήσεις μας ὄχι ἐναντίον τοῦ ἀδιαφιλονίκητου συμβολισμοῦ τῆς λειτουργίας μας, ἀλλά ἐναντίον ἐκείνης τῆς κατανόησης καί ἀντίληψης τοῦ συμβόλου, ὅπου καταντᾶ συνώνυμο μέ κάτι μή πραγματικό, μή παρόν, καί ἐναντίον τῆς ἑρμηνείας τοῦ συμβολισμοῦ ὡς τοῦ ἀντίθετου τοῦ ρεαλισμοῦ;

37 Ἁγίου Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Μυσταγωγία 8.

38 Ε. Θεοδώρου, Ἡ καταπολέμησις τῶν κακοδοξιῶν ὡς παράγων λειτουργικῶν ἐξελίξεων. Τοῦ ἰδίου, Μαθήματα Λειτουργικῆς, τεῦχος 1, Ἀθῆναι 1975, σελ. 328-381.

39 P. G. 7,1028Α.

40 George Florovsky, The Elements of Liturgy, P. Edwall, E. Hayman, Maxwell, Ways of Worship, London 1951, p. 53.

41 Βλ. Ε. Θεοδώρου, Ἡ καταπολέμησις... J. A. Jungmann, Die Stellung Christi in liturgischen Gebet (2), Münster 1962, p. 154.

42 "Ἄξιον καί δίκαιόν ἐστιν σέ τόν ἀγέννητον Πατέρα τοῦ μονογενοῦς Ἰησοῦ Χριστοῦ αἰνεῖν, ὑμνεῖν, δοξολογεῖν. Αἰνοῦμεν σέ, ἀγέννητε Θεέ...", (Εὐχολόγιο Σεραπίωνος).

"1. Ἀληθῶς γάρ ἄξιόν ἐστιν καί δίκαιον, ὅσιόν τε καί πρέπον καί

2. ταῖς ἡμετέραις ψυχαῖς ἐπωφελές ὁ ὤν Δέσποτα Κύριε Θεέ

3. Πάτερ Παντοκράτορ σέ αἰνεῖν, σέ ὑμνεῖν, σοί εὐχαριστεῖν...".

Βλ. Παντελεήμονος Ροδοπούλου, Μητροπολίτου Τυρολόης καί Σερεντίου, Μελέται, ἐκδ. Πατριαρχικοῦ Ἱδρύματος Πατερικῶν Μελετῶν, Θεσσαλονίκη 1993, σελ. 446-447. F. E. Brightman, Liturgies Eastern and Western, τόμ. 1, Oxford 1896, p. 125.

43 Παντελεήμονος Ροδοπούλου, ὅπ. π., σελ. 567.

44 Νικολάου Μεθώνης, Ἀντίρρησις πρός τά γραφέντα παρά Σωτηρίχου, Ἐκκλησιαστική Βιβλιοθήκη, Λειψία 1866, σελ. 321. Βλ. σχετικά Πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Φούσκα, Ὁ Νικόλαος Μεθώνης καί ἡ διδασκαλία αὐτοῦ περί Θείας Εὐχαριστίας, Ἀθῆναι 1992.

45 Νικολάου Μεθώνης, Ἀντίρρησις πρός τά γραφέντα παρά Σωτηρίχου, σελ. 302.

46 Νικολάου Μεθώνης, Τά λείποντα, Ἐκκλησιαστική Βιβλιοθήκη, Λειψία 1866, σελ. 52-53.

47 Βλ. Β.Ε.Π., τόμ. 59.

48 Μεγάλου Ἀθανασίου, P.G. 26, 49Α.

49 Διδύμου τοῦ Τυφλοῦ, Περί τῆς Ἁγίας Τριάδος Α, P.G. 39,389.

50 Ψυχολογική ἐμπειρία τοῦ ἀτόμου.

51 Ὁρισμένη συμπεριφορά τοῦ ἀτόμου.

52 Ἡ Θεία Λειτουργία ἕνα μόνο εἶδος ἠθικῆς ὁρολογίας χρησιμοποιεῖ: "τόν ἁγιασμόν τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων", ὥστε σέ κοινωνία μετά "τῆς Παναγίας καί πάντων τῶν ἁγίων" νά παραθέτουμε "ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ". Μόνον αὐτή ἡ εὐσέβεια ἐκφράζει τήν ἐν Χριστῷ ζωή. Βλ. Μητροπολίτου Περγάμου Ἰωάννου (Ζηζιούλα), Ἡ κτίση ὡς εὐχαριστία, σελ. 32.

53 Ἀποστολικοί Κανόνες 60, 85. M. Noirot, Liturgique (Droit), Dictionnaire de Droit Canonique, Paris 1957, VI, p. 536. Ἱερωνύμου Κοτσώνη, Σημειώσεις Κανονικοῦ Δικαίου τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, Θεσσαλονίκη 1961, τόμ. 2ος, σελ. 3.

54 Ἀποστολικαί Διαταγαί, Ἀποστολικός Κανών 39. Β.Ε.Π., τόμος 2ος, σελ. 175.

55 Κεφάλαιο 60, ἔκδοση Λειψίας, Teuben 1881, σελ. 412.

56 R. Scoll, Corpus Iuris Civilis, Berlin 1899, p. 694-699.

57 Περί τοῦ θέματος, βλ. Παύλου Κουμαριανοῦ, Πρόθεση, Προσκομιδή, Προσφορά, Ἀνάτυπον ἐκ τοῦ Περιοδικοῦ Θεολογία, τόμος Ο', Ἀθῆναι 1999, τεῦχος Β-Γ', σελ. 483-512.

58 Λειμωνάριον Ἰωάννου Μόσχου, Διήγησις 25, σελ. 48-50, Διήγησις 96, σελ. 184-186, Διήγησις 108, σελ. 210-212, Διήγησις 150, σελ. 294-296, Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, τόμος 2ος, ἐκδ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, Θεσσαλονίκη 1987. Βλ. Εὐαγγέλου Θεοδώρου, Μαθήματα Λειτουργικῆς, Ἀθῆναι 1979, σελ. 269.

59 Βλ. Μεγάλου Βασιλείου, Β.Ε.Π. 53, σελ. 362. Μigne P.G. 82, 1429 D.

60 Κρυπτοφέρρης Γβ1, φ. 71, Ἐθνική βιβλιοθήκη 662, φ. 96ν . Βλ. Μ. Αrranz, L' Eucologio Constantinopolitano agli inizi del secolo XI, ROMA 1996, p. 219.

61 P.G. 87,2869.

62 P.G. 87,3081.

63 Κεφ. 65,67.

64 Atti della Pontificia Accademia Romana di Archeologia Serie III Monumenti, Vol. I, 199.

65 Ἱστορικόν Ἀρχεῖον Ἱερᾶς Συνόδου, Λειτουργικά Θέματα.

66 Ἀριθ. Ἐγκυκλίου 898 - Ἰούνιος 1956.

67 Ἀρχιεπισκόπου Τσέρνιγκωφ Φιλαρέτου, A Historical Survey of the Hymnographers on the Greek Church, Chernigov 1864, π. 5. Βλ. Ἰωάννου Φουντούλη, Λειτουργικά Θέματα, τόμος Ζ´, Θεσσαλονίκη 1986, σελ. 41. Περί τοῦ θέματος ἦταν οὐσιαστική καί ἐνδιαφέρουσα ἡ εἰσήγηση τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Θήρας κ. Παντελεήμονος, στήν συνεδρία τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, (Ὀκτώβριος 1996).

68 Θεία Λειτουργία.

69 Λουκ. 4, 19.





ΠΗΓΗ:www.apostoliki-diakonia.gr

Το Μυστήριον > του Γάμου

Συζητώντας μ' ἕνα ἱερέα γιά τό γάμο


Γράφει ο Πρωτοπρεσβύτερος Βασίλειος Θερμός




Ἔρωτας καί Γάμος: Μυστήριο Αγάπης




-Γιατί ὀνομάζουμε τό γάμο μυστήριο; Τί τό μυστηριῶδες ἔχει;



Δέν τό ὀνομάζουμε μυστήριο ἐπειδή ἔχει κάτι τό ἀκατανόητο, ὅπως ἡ κοινόχρηστη σημασία ὑπονοεῖ. Μυστήριο εἶναι κάθε συνάντηση κτιστοῦ καί ἀκτίστου, δηλαδή Θεοῦ ἀπό τή μία καί ἀνθρώπου ἀπό τήν ἄλλη. Καί στόν ἐκκλησιαστικό γάμο ἔχουμε μιά τέτοια συνάντηση, μᾶλλον μιά ἕνωση, ὅπως ἀκριβῶς εἶναι μυστήριο ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Θεοῡ ἤ ἡ Θεία Λειτουργία. Φυσικά μία τέτοια συνάντηση ὑπερβαίνει τή δυνατότητα τοῦ μυαλοῦ μας νά τήν κατανοήση πλήρως.


-Μπορεῖτε νά ἐξηγήσετε περισσότερο πῶς συναντᾶται ὁ Θεός μέ τόν ἄνθρωπο στόν γάμο;


Ὅπως ἀκριβῶς στή Θεία Εὐχαριστία. Ἐκεῖ προσφέρουμε τά ὑλικά δῶρα μας (ψωμί καί κρασί) στόν Θεό καί Αὐτός μᾶς τά ἐπιστρέφει ἁγιασμένα, ὡς Θεία Κοινωνία. Ἔτσι καί στόν γάμο προσφέρουμε τήν ἕνωσή μας στόν Θεό καί τήν λαμβάνουμε πίσω ἁγιασμένη.

-Αὐτό τί σημαίνει στήν πράξη;


Γιά νά τό ἀντιληφθῆτε χρειάζεται νά θυμηθεῖτε τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα πού διαβάζεται στήν ἀκολουθία τοῦ γάμου. Πρόκειται γιά τό πρῶτο θαῦμα τοῦ Χριστοῦ, πού ἔγινε στήν Κανᾶ. Ὅπως θά θυμᾶστε, ὅταν τελείωσε τό κρασί ὁ Χριστός ζήτησε νά γεμίσουν ἕξη πέτρινες στάμνες μέ νερό καί κατόπιν νά τό σερβίρουν. Ἦταν πιά κρασί καί ὁ γαμπρός ἀπόρησε. Κάλεσε τόν ὑπεύθυνο τοῦ τραπεζιοῦ καί τοῦ εἶπε: "Ὅλος ὁ κόσμος βάζει στήν ἀρχή τό καλύτερο κρασί καί κατόπιν τό κατώτερο. Σύ γιατί κράτησες τό καλό γιά τό τέλος;" (Ἰωάν. 2, 1 -11).

Τά θαύματα τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ἁγίων ὀνομάζονται σημεῖα, δηλαδή σημάδια μιᾶς ἄλλης πραγματικότητας. Στήν περίπτωση αὐτή ὁ Κύριος μᾶς δείχνει ποιά εἶναι ἡ φυσική φορά τῶν πραγμάτων χωρίς τήν Χάρη τοῦ Θεοῦκαί ποιά μέ αὐτήν. Χωρίς τή συνάντηση Θεοῦ καί ἀνθρώπου στόν γάμο, ἡ φυσική του πορεία εἶναι νά φθίνη καί νά κουράζεται. Ὅταν πραγματοποιηθῆ ἡ ἕνωση αὐτή, ὁ φυσικός δεσμός ἐνσωματώνεται στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τήν Ἐκκλησία καί λαμβάνει δυναμισμό ἀπροσμέτρητο.


-Καί τόσοι γάμοι ἀνθρώπων πού δέν συνδέονται ἐνεργά μέ τήν Ἐκκλησία ἤ πού τελοῦν πολιτικό γάμο; Εἶναι καταδικασμένοι σέ φθορά καί συμβατικότητα; Ἡ πραγματικότητα δέν τό ἐπικυρώνει αὐτό.


Πολύ σωστά. Στήν περίπτωση αὐτή ἀπομένουν οἱ φυσικές δυνατότητες καί οἱ καλές προθέσεις. Οἱ ἄνθρωποι πού δέν βιώνουν τό γάμο ὡς μυστήριο εἶναι ἐνδεχόμενο νά διαθέτουν πολλές φυσικές δυνατότητες καί πολύ καλές προθέσεις. Ὅμως χωρίς τή συνάντηση μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ αὐτές δέν γονιμοποιοῦνται. Στηρίζονται βέβαια στήν ἀγωνιστικότητα τῶν δύο συζύγων, ἡ ὁποία μπορεῖ νά εἶναι ἀξιοπρόσεκτη, μπορεῖ ὅμως καί νά ἐξαντληθῆ.


-Δηλαδή ὁ Θεός εἶναι ἐντελῶς ἀπών ἀπό ἕνα τέτοιο γάμο;

Ὄχι βέβαια. Ὁ Θεός εἶναι παρών σέ κάθε καλή ἀνθρώπινη προσπάθεια καί τήν στηρίζει. Αὐτό συμβαίνει καί μέ μή Χριστιανούς· πολύ περισσότερο μέ βαπτισμένους. Δέν περιμένει νά Τόν ἐπικαλεσθοῦμε γιά νά σπεύση σέ βοήθεια. Ὅμως, γιά νά καταλάβουμε τή διαφορά πρέπει νά ἀνατρέξουμε πάλι στο ἀρχέτυπο τῶν μυστηρίων τή Θεία Εὐχαριστία. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού ἀγωνίζονται στή ζωή τους νά διορθωθοῦν, ἤ ἄλλοι ἐπικαλοῦνται τήν δύναμη τοῦ Θεοῦ, χωρίς ὅμως νά κοινωνοῦν Σῶμα Του καί Αἷμα Του. Δέν εἶναι τό ἴδιο. Μέ τή Θεία Κοινωνία ὁ ἄνθρωπος προσέρχεται νά ἐνσωματωθῆ στόν Χριστό ψυχοσωματικά "εἰς ζωήν αἰώνιον " ὄχι γιά νά γίνη ἁπλῶς καλός ἄνθρωπος ἀλλά γιά νά ἁγιαστῆ καί νά ζήση αἰώνια μαζί Του.

Τό ἴδιο καί στόν ἐκκλησιαστικό γάμο. Αὐτός πού προσέρχεται μέ ἐπίγνωση δέν κάνει τίποτε ἄλλο ἀπό τό νά Τοῦ ζητᾶ νά ἐσωματώση τήν ἀγάπη του στή δική Του ἀγάπη, νά κάμη τήν ἀγάπη τῶν δύο νά ἀποκτήση μιά ἄλλη ποιότητα πέρα ἀπό τή φυσική, ἀλλά καί νά ζήση αἰώνια. Θυμηθῆτε τή φράση πού λέγει ὁ ἱερέας στό τέλος τοῦ ἀρραβῶνα: "Βεβαίωσον αὐτούς τῇ παρά Σοῦ ἁγίᾳ ἑνότητι", καθώς καί τήν ἄλλη στό τέλος τοῦ γάμου: "Ἀνάλαβε τούς στεφάνους αὐτῶν ἐν τῇ βασιλείᾳ Σου, ἀσπίλους καί ἀμώμους καί ἀνεπιβουλεύτους διατηρῶν αὐτούς εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων." Ἔτσι ὁ γάμος παίρνει κοσμολογικές καί ὀντολογικές διαστάσεις. Ὁ ἄνθρωπος φανερώνει ἐπάνω τήν ἀλήθεια τοῦ κόσμου: τήν ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη.



-Ἡ ἐμπειρία ὅλων μας λέγει πώς ἡ πλειονότητα ὅσων τελοῦν ἐκκλησιαστικό γάμο μᾶλλον δέν σκέπτεται ἔτσι. Ὁ νοῦς τους βρίσκεται στά ἐξωτερικά στοιχεῖα, πού ἄλλωστε δίνουν καί τήν λαμπρότητα.


Αὐτό εἶναι τό θλιβερό γεγονός τῆς ἐκκοσμίκευσης. Ἡ Ἐκκλησία ὑποχωρεῖ στόν κόσμο καί ἀφήνεται νά πάρη τό ἦθος του. Δέν ἀρνεῖται κανείς τό χαρμόσυνο χαρακτήρα τοῦ γάμου, ἀλλά ἡ πραγματική λαμπρότητα βρίσκεται σέ αὐτό ποῦ ζῆ ἐσωτερικά ὁ πιστός, στό "ἄν τό μυστήριο τελεσιουργῆται πράγματι μέσα του. Στόν ψαλμό 44 διαβάζουμε: "Πᾶσα ἡ δόξα τῆς θυγατρός τοῦ βασιλέως ἔσωθεν" (στίχος 14). Δηλαδή, ὅπως ἑρμηνεύουν οἱ Πατέρες, ἡ δόξα καί λαμπρότητα τῆς Ἐκκλησίας (θυγατέρας του Θεοῦ - Πατέρα, ἀφοῦ νυμφεύεται τόν Υἱό Του) εἶναι ἐσωτερική, διότι μέσα στό μυστήριο τῆς ἐσωτερικότητας λαμβάνουν χώρα τά σημαντικά.

Ἐπαναλαμβάνω: αὐτό δέν σημαίνει ὅτι θά ἀρνηθοῦμε τά ἐξωτερικά στοιχεῖα τοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ γάμου, διότι περί γιορτῆς πρόκειται. Ἄλλωστε καί ἡ λαογραφική μας παράδοση τά διαθέτει πλούσια. Σημαίνουν ἁπλῶς πώς ἡ μάχη θά δοθῆ μέσα στήν ἀνθρώπινη καρδιά. Στό τρόπο μέ τόν ὁποῖο προσέρχεται κάποιος στό μυστήριο. Ἄν προσέλθη μέ τό ἐκκλησιαστικό φρόνημα πού περιγράψαμε, τότε ἀξιοποιεῖ τή συνάντηση καί ἕνωση μέ τόν Θεό. Ἄν ὄχι, τότε ἡ Χάρη του Θεοῦ δέν ἐνεργεῖ.



-Δηλαδή ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ δέν ἀλλάζει αὐτόματα τόν ἄνθρωπο.


Ἀκριβῶς, Ἄν τόν ἄλλαζε αὐτόματα παρά τή βούλησή του, θά εἴχαμε μαγικοῦ τύπου δράση. Ὁ Θεός συνεργάζεται μέ μᾶς. Γι' αὐτό καί πλῆθος γάμων πού τελοῦνται στήν Ἐκκλησία ἀποτυγχάνουν. Διότι οἱ ἄνθρωποι ἔμειναν μόνο στό φολκλορικό μέρος στή "συσκευασία" ἤ μόνο στο πρακτικό - ὀργανωτικό.

-Πάντως μοῦ κάνει ἐντύπωση ὁ παραλληλισμός τοῦ γάμου μέ τή Θεία Λειτουργία. Ὑπάρχει καί ἡ σεξουαλικότητα πού ὁ περισσότερος κόσμος θεωρεῖ ἁμαρτωλή, ἤ τουλάχιστον ἀσυμβίβαστη μέ τά ἅγια πράγματα. Εἶναι γνωστή ἡ εὐαισθησία τῆς Ἐκκλησίας γιά τά σεξουαλικά. Μήπως ἡ Ἐκκλησία ἔκαμε τόν γάμο μυστήριο ἁπλῶς καί μόνο προκειμένου νά περιορίση τίς σεξουαλικές παρεκτροπές; Μήπως προτίμησε τόν συμβιβασμό γιά νά ἀποφύγη χειρότερα;

Φυσικά ἔχει καί τέτοιες λειτουργίες ὁ γάμος (ἠθικοποίηση τῆς συμπεριφορᾶς, σταθερότητα τῆς κοινωνίας κ.ἄ.) ἀλλά τίς διαθέτει γενικά ὡς κοινωνικός θεσμός. Κάθε εἴδους γάμος (πολιτικός θρησκευτικός ἄλλων θρησκειῶν) ἐπινοήθηκε γιά νά μειωθῆ ἡ ἀπληστία τοῦ ἀνθρώπου, γιά νά δημιουργηθῆ κατάλληλο περιβάλλον γιά τό μεγάλωμα τῶν παιδιῶν, γιά νά τιθασευθοῦν φυγόκεντρες καί διαλυτικές τάσεις. Αὐτές εἶναι φυσικές λειτουργίες. Ἡ Ἐκκλησία δέν ἀγνοεῖ τό φυσικό ἀλλά τό ὑπερβαίνει. Ἐνδιαφέρεται γιά ἐκεῖνο πρός τό ὁποῖο δείχνει τό φυσικό.

Γιά παράδειγμα, φυσική εἶναι ἡ τάση τοῦ ἀνθρώπου γιά συντροφικότητα. Ὁ Θεός τήν ἀποδέχεται καί τήν εὐλογεῖ εὐθύς ἐξ ἀρχῆς (Γένεση 1, 27 -28 καί 2, 18 -24). Ἔρχεται ὅμως τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα τοῦ μυστηρίου (Ἐφεσίους 5, 20 -33) νά παραλληλίση τό δεσμό τῶν δύο ἀνθρώπων μέ τήν ἕνωση Χριστοῦ καί Ἐκκλησίας. Ἀπό παλιά, στήν Παλαιά Διαθήκη, ὁ Θεός χρησιμοποίησε σάν ἀνάλογο γιά νά δείξει τή σχέση Του μέ τούς ἀνθρώπους τόν ἐρωτικό δεσμό (Ψαλμοί 44, 12 Ἱερεμίας 3, 6-9 Ἠσαίας 54, 1 10 καί 62, 4 -5 Ἰεζεκιήλ 16, 163 καθώς καί ὁλόκληρο τό Ἆσμα Ἀσμάτων . Βλ. ἐπίσης στήν Καινή Διαθήκη: Ἰωάννη 3, 29- Ματθαίου 9, 15 καί 22, 114 -Β Κορινθίους 11, 2 -Ἐφεσίους 5, 26-27 Ἀποκάλυψη 21, 9 καί 22, 17). Καί οἱ Πατέρες στή συνέχεια μεταχειρίσθηκαν αὐτό τό παράδειγμα (Κλῖμαξ, λόγος 30, 5).

Ἀντιλαμβανόμαστε πόσο τιμοῦν τόν ἀνθρώπινο ἔρωτα αὐτές οἱ παρομοιώσεις. Ἡ ἐρωτική συντροφικότητα ἀντιμετωπίζεται ὡς πρωτογενής καί θεμελιώδης ἀνθρώπινη λειτουργία. Αὐτό βέβαια τό πιστεύουν καί ὅσοι βλέπουν τόν γάμο ἀνθρωποκεντρικά. Ἐπί πλέον, ὅμως, ἐδῶ παίρνει νόημα ἀπο τήν οὐράνια πηγή της καί γίνεται στή συνέχεια νοσταλγία της. Πέρα ἀπό τό γεγονός ὅτι "ὁ Θεός τούς ἔρωτας τούτους ἐγκατέσπειρε" ( Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος) ὥστε ὁ ἄνθρωπος νά καταξιώνεται καί νά συμπληρώνεται, τούς ἔκαμε καί σκαλοπάτια μέ τό ὁποῖα θά ἀνάγεται πρός τά ἀνώτερα καί ἐπουράνια. Ὄχι φυσικά μέ τήν ἔννοια ὅτι αὐτόματα ἡ ἐρωτική ζωή ἀνεβάζει πνευματικά τόν ἄνθρωπο (μέ τήν κακή χρήση της μπορεῖ, ἀντίθετα νά ξεπέση, ) ἀλλά ὅτι ὅταν ὑπάρχει πνευματική ζωή τό γεγονός τοῦ ἔρωτα λειτουργεῖ καί ὡς κίνητρο γιά τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό: ἀφοῦ εἶναι τόσο ἰσχυρός ὁ ἀνθρώπινος ἔρωτας, μπορεῖ κανείς νά φανατασθῆ τόν ἔρωτα πρός τόν Θεό πόσο σφοδρός μπορεῖ νά γίνη. Ἐκτός αὐτοῦ, μέ τήν διαπροσωπική σχέση ὁ ἄνθρωπος μαθαίνει ν' ἀνοίγεται στόν ἄλλο καί νά κοινωνεῖ μαζί του· χωρίς αὐτή τή βασική προϋπόθεση ἀδυνατεῖ κάποιος νά κοινωνήσει μέ τόν Θεό.

Στήν πραγματικότητα, ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ ἀφάνταστα τόν ἔρωτα καί τόν γάμο καί μόνο σέ αὐτή τή βάση μπορεῖ κάποιος νά καταλάβη τίς "ἀπαγορεύσεις" της. Οὐσιαστικά πρόκειται γιά μέτρα προστασίας αὐτῶν τῶν θεϊκῶν δώρων, ὅπως κάποιος προστατεύει τή φλόγα τοῦ κεριοῦ του νά μήν τή σβήση ὁ ἄνεμος, ἤ ὅπως ὑποβάλλεται σέ στερήσεις ὁ ἀθλητής προκειμένου νά γευθῆ τή χαρά τῆς νίκης. Τό ἀρχικό κεφάλαιο τοῦ ἔρωτα χρειάζεται νά αὐξηθεῖ καί νά μεταμορφωθῆ, ὄχι νά ἀναλωθῆ ἀπερίσκεπτα ὅπως συχνά συμβαίνει.

Ἀπό τήν ἄλλη, εἶναι γεγονός ὅτι διάφορα μέλη τῆς Ἐκκλησίας δυστυχῶς δέν συμμερίζονται τή ζωηφόρο Θεολογία της, εἴτε ἀπό ἄγνοια εἴτε γιά διάφορους προσωπικούς λόγους. Γονεῖς πού βασανίζονται ἀπό τόν πουριτανισμό τους καί δέν χάρηκαν τόν ἔρωτα ὡς δῶρο τοῦ Θεοῦ, κληρικοί καί κατηχητές πού δέν διδάχθηκαν σωστά τήν Ἀλήθεια ἤ πού παρανόησαν τήν Ὀρθόδοξη ἄσκηση, ὅλοι αὐτοί συμβάλλουμε συχνά στήν ἀποξένωση τοῦ σημερινοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν ἐκκλησιαστική ζωή, ἀφοῦ τόν ἐξωθοῦμε νά τή βλέπη σάν τόν θεματοφύλακα τοῦ πουριτανισμοῦ.

-Αὐτή ἡ ἀποκρουστική κατάσταση συνυπάρχει μέ τή σεξουαλική ἀσυδοσία τοῦ καιροῦ μας, ὅπως ἐκφράζεται στά ἔντυπα καί στά μέσα ἐνημέρωσης.

Πολύ σωστά τό ἐπισημαίνετε. Ὁ σημερινός ἄνθρωπος βρίσκεται ἐγκλωβισμένος ἀνάμεσα στά δύο δεινά: στή φοβία τοῦ παρελθόντος καί στήν σύγχρονη ἐμπορευματοποίηση. Ἡ πρώτη τόν ἐμποδίζει νά χαρῆ μέ εὐχαριστία τά δῶρα τοῦ Θεοῦ, ἡ δεύτερη τοῦ τά καταπνίγει. Οἱ πολλοί ὕμνοι στόν ἔρωτα σήμερα δέν εἶναι παρά τό ἄλλοθι γιά τόν ἐξευτελισμό του. Δύσκολο νά συμπεράνουμε ποιά συμφορά εἶναι ἡ σοβαρώτερη: ἡ ἐνοχή καί τό ἄγχος γιά τόν ἔρωτα καί τό σέξ ἤ ἡ τυραννία τοῦ αἰσθησιασμοῦ πού διαστρεβλώνει καί τελικά καταστρέφει τήν ἔμφυτη ἀγαπητική δύναμη; Ἐπί πλέον ζοῦμε μέσα στόν καταιγισμό ἑνός λεξιλογίου πού συγχέει τήν σωματική ἕλξη μέ ἔρωτα καί καθιστᾶ ἀναξιόπιστα τά συναισθήματα. Ἡ ἄσκηση πού προτείνει ἡ Ἐκκλησία συντελεῖ καί στό ξεκκαθάρισμα τοῦ ἐνδοψυχικοῦ κόσμου.



-Ἕνα γνωστό μου ζευγάρι πού πῆγε νά ἐξομολογηθῆ ἐπέστρεψε ἀπογοητευμένο ἐπειδή ὁ πνευματικός δέν τούς ἐπέτρεψε νά κοινωνήσουν. Αἰτία ἦταν οἱ προγαμιαῖες σχέσεις τους. Ἦταν σωστό αὐτό;


Πρόκειται γιά μιά πολύ συχνή αἰτία πικρίας τῶν σημερινῶν ἀνθρώπων πού καταλήγει στήν ἀπομάκρυνσή τους ἀπό τήν Ἐκκλησία. Γιά νά κατανοήσουμε τό πνεῦμα αὐτῆς τῆς "ἀπαγόρευσης" χρειάζεται νά θυμηθοῦμε ὅσα ἀναφέραμε ἀρχικά γιά τό μυστήριο τοῦ γάμου.

Ἡ λέξη μυστήριο προέρχεται ἀπό τό ρῆμα μυῶ πού σημαίνει εἰσάγω σέ κάτι, μεταδίδω μιάν ἀλήθεια. Αὐτός πού μυεῖται λέγεται μυημένος. Τό πρωταρχικό νόημα, λοιπόν, αὐτῆς τῆς διαδικασίας βρίσκεται στή Θεία Λειτουργία, τό κατ' έξοχήν μυστήριο. Αὐτός πού βαπτίζεται καί χρίεται γίνεται μυημένος, μέ ἄλλα λόγια μπορεῖ πλέον νά συμμετέχη στά ἄδυτα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ (πού εἶναι ἡ Θεία Εὐχαριστία) καί ἀπαντᾶ στόν ἱερέα (σήμερα τό κάνει ὁ ψάλτης ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ), νά ἀκούη τά λεγόμενα, νά μεταλαμβάνη Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ. Συναποτελεῖ μέ τούς ἄλλους πιστούς τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή ἐκείνους πού ἐνσωματώθηκαν στήν Ἀλήθεια καί στή Ζωή (πού εἶναι ὁ Χριστός: Ἰωάν. 14, 6).

Ἀπό τό γεγονός αὐτό καί μετά ὅλα εἶναι διαφορετικά, ὅλα (πρέπει νά) λαμβάνουν χώρα κάτω ἀπό τό φῶς αὐτῆς τῆς ἀσύλληπτης δωρεᾶς. Ὁλόκληρη ἡ ζωή τοῦ Χριστιανοῦ παίρνει νόημα ἀπό τήν ἔνταξή του στήν Ἐκκλησία. Τίποτε δέν μπορεῖ νά γίνη ἔξω ἀπό τήν εὐλογία της, ὄχι διότι τό ἐπιβάλλει κάποιος κανονισμός ἤ μιά θρησκοληψία, ἀλλά διότι ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖ τρόπο ζωῆς. Ἀγκαλιάζει ὁλόκληρη τή ζωή τοῦ ἀνθρώπου, γι' αὐτό καί ὑπάρχουν πλῆθος προσευχῶν καί εἰδικῶν ἀκολουθιῶν γιά ὅλες τίς δραστηριότητές της: φαγητό, ἐκπαίδευση, πολτική, μεταφορές, ἐμπόριο, γεωργία, βιομηχανία κ.ἄ. Θά ἦταν ἀδιανόητο νά ἀπουσιάζη ἡ ψυχοσωματική ἕνωση δύο ἀνθρώπων ἀπό τήν ἐκκλησιαστική εὐλογία (ἄν καί μέ τό γάμο συντρέχουν περισσότεροι λόγοι, δέν εἶναι μια ἁπλῆ δραστηριότητα).

Ἔτσι λοιπόν, ἡ ἐγκράτεια πρίν ἀπό τόν γάμο παίρνει τό νόημα μιᾶς θεληματικῆς ἄσκησης προκειμένου νά παραμείνη κάποιος ἐνταγμένος στήν Ἐκκλησία. Μέ τό βάπτισμα καί τό χρίσμα ὁ πιστός ἀποκτᾶ τήν γενική ἱερωσύνη, τήν ἱερωσύνη τῶν λαϊκῶν. Μετέχοντας καί αὐτός στό ἱερατικό ἀξίωμα τοῦ Χριστοῦ (πού προσέφερε τόν Ἑαυτό Του θυσία ὡς Μέγας Ἀρχιερεύς) προσφέρει καί αὐτός θυσία τήν ἄσκησή του καί κάθε εἴδους ἄσκηση (ἀφοῦ αὐτή λαμβάνει χώρα στήν ψυχή καί στό σῶμα του), στό δέ συγκεκριμένο θέμα τήν ἐγκράτεια. Ἄν ἀρνηθῆ αὐτή τήν ἄσκηση αὐτονομεῖται ἀπό τό ἐκκλησιαστιό σῶμα, διότι προηγουμένως αὐτονόμησε τήν ἐρωτική -σεξουαλική λειτουργία ἀπό τήν ἐν Χριστῷ ζωή. Μέ ἄλλα λόγια, τό νά μήν κοινωνήση δέν ἀποτελεῖ τιμωρία, ἀλλά φανέρωση αὐτοῦ πού ἤδη ἔχει συμβῆ μέσα του.

Βέβαια στήν πράξη πολλές φορές γίνεται ἡ λεγόμενη οἰκονομία, δηλαδή μία ἐπιεικής ἀντιμετώπιση αὐτοῦ τοῦ τόσο γενικευμένου προβλήματος, ἀνάλογα μέ τήν ἀγωνιστικότητα πού δείχνει ὁ πιστός. Εἶναι φανερό ὅτι ἄλλη σημασία ἔχει νά γνωρίζη κάποιος τόν στόχο καί νά ἀγωνίζεται ἀλλά μερικές φορές νά ἀποτυγχάνη στήν ἐπίτευξή του, καί ἄλλη τό νά ἀγνοῆ τόν στόχο ἤ νά τόν περιφρονεῖ κιόλας. Ἡ σημερινή δυσκολία εἶναι ἀποτέλεσμα καί τῆς διχασμένης ταυτότητας τοῦ νεοέλληνα, ὁ ὁποῖος παραπαίει ἀνάμεσα σέ μιά θρησκευτικότητα παραδοσιακή καί χωρίς ἐπίγνωση καί σέ ἕνα ἡδονοθηρικό τρόπο ζωῆς, ἀγνοώντας ἔτσι τί πραγματικά εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Πάντως ἕνα τέτοιο ἐπιτίμιο ἀποχῆς ἀπό τήν Θεία Κοινωνία μέ κανένα τρόπο δέν θά πρέπει νά γίνεται ἀφορμή νά διακόπτει ὁ πιστός τή σχέση του μέ τήν Ἐκκλησία ἤ νά χαλαρώνη τήν προσευχή του καί τήν πνευματική ζωή, ὅπως δυστυχῶς συχνά συμβαίνει.


-Μήπως ξεχνᾶμε τίς σημερινές συνθῆκες ζωῆς πού τόσο ἀπέχουν ἀπό τήν παραδοσιακή κοινωνία; Καθώς ἔχει ἐμπορευματοποιηθῆ ἡ σεξουαλικότητα καί ἀπό τήν ἄλλη καθυστερεῖ ἡ ἡλικία γάμου, ὅλο καί πιό δύσκολη γίνεται ἡ προγαμιαία ἐγκράτεια.


Ἔχετε δίκιο. Θά λέγαμε ὅτι σήμερα ἡ ἐγκράτεια ἰσοδυναμεῖ μέ θαῦμα. Ἀλλά ὅπως ὅλα τά θαύματα ἀπαιτοῦν δύναμη Θεοῦ καί πίστη τοῦ ἀνθρώπου, ἔτσι καί αὐτή εἶναι ἐφικτή ὅταν ὁ ἄνθρωπος τό θελήση πολύ καί ζητήσει τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Ἄλλωστε ἄς μή λησμονοῦμε ὅτι, ἀφοῦ ἐκκλησιολογικά μόνο δικαιώνεται αὐτή ἡ ἐγκράτεια μόνο μέσα στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας μπορεῖ νά πραγματοποιηθῆ. Μόνο ἕνας συνηδειτά πιστός, πού μελετᾶ, προσεύχεται, ἐξομολογεῖται, κοινωνεῖ, εἶναι σέ θέση νά διατηρήση μέσα του μία ἀτμόσφαιρα ἐμπιστοσύνης στόν Θεό καί πνευματικῆς ἀγωνιστικότητας. Τό μαρτυροῦν οἱ χιλιάδες νεαρῶν πιστῶν πού τό ἐπιτυγχάνουν καί σήμερα. Στήν ἐποχή μας ὑπάρχει πληθώρα βιβλίων σχετικῶν μέ τό νόημα τοῦ γάμου, ἔτσι ὥστε ὅποιος θέλει μπορεῖ νά ἐμβαθύνη. Ἄλλωστε τό σεξουαλικό ζήτημα δέν ἐξαντλεῖται στήν προγαμιαία ἐγκράτεια. Χρειάζεται μακροχρόνιος ἀγώνας ὥστε νά θέση κανείς τή λειτουργία αὐτή στήν ὑπηρεσία τῆς ἀγάπης, τῆς ἑνότητας, τῆς κατανόησης, τῆς τρυφερότητας, τῆς βαθειᾶς κοινωνίας.

Μπήκαμε σ' ἕναν καινούργιο αἰῶνα πού φιλοδοξεῖ νά καθιερώσει ἐναλλακτικές μορφές οἰκογένειας, ἁπλῶς καί μόνο γιά νά ἱκανοποιήση κάθε φτηνή ἐπιθυμία καί γιά νά διαδώση τό ἰδανικό ἑνός "γάμου"- ἁπλοῦ συμβολαίου. Σ' ἕνα κόσμο πού κλυδωνίζεται ἀπό τήν καχυποψία καί τήν ἐχθρότητα, πού ἀποδιοργανώνεται ἀπό τόν ἡδονισμό καί τήν ἐκμετάλλευση, χρειαζόμαστε τόν ἐκκλησιαστικό γάμο περισσότερο ἀπό ποτέ στήν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος. Ὄχι ὡς ἁπλή τελετή, ἀλλά ὡς κεντρικό ἄξονα τῆς ζωῆς ἀπό τόν ὁποῖο παίρνουν νόημα ὅλες οἱ ὑπόλοιπες πτυχές της. Ὁ κόσμος δέν θά σωθῆ οὔτε ἀπό τόν ἀφελῆ ρομαντισμό τῆς δῆθεν ἀγάπης, οὔτε ἀπό τήν ἀπρόσωπη ἀπόλαυση πού ἦλθε νά τόν ἀντικαταστήση, τά ὁποῖα ἤδη κάποιοι ἐμπορεύονται. Ἐλπίδα του παραμένει ἕνας γάμος πού τρέφεται ἀπό τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, πού διατηρεῖ ὡς ὅραμα τήν ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη, πού ἀγωνίζεται (σκληρά μερικές φορές) νά μεταποιῆ καθημερινά τό φυσικό σέ θεανθρώπινο. Ἕνας γάμος πού ὑλοποιεῖ τήν αἰώνια βούληση τοῦ Θεοῦ γιά τόν τρόπο τῆς σχέσης: τή βαθειά κοινωνία τῶν προσώπων.




***************************************************************




Απαντήσεις σε ερωτήματα δογματικά

Ανδρέα Θεοδώρου, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, 1997, σελ. 178-181.





Ποιος είναι ο σκοπός τον ίερον μυστηρίου τον γάμου;



Να αγιάσει το φυσικό δεσμό ανδρός και γυναικός. Ο γάμος είναι πράξη φυσική, ριζωμένη στη δημιουργία. Ο Θεός έπλασε τα φύλα για να συνέρχονται, να κάνουν παιδιά και να πολλαπλασιάζεται το γένος. Δεν υπήρχε άλλος τρόπος διαιωνίσεως του είδους, και ας λένε μερικοί ότι , αν δεν αμάρτανε ο άνθρωπος, θα πολλαπλασιαζόταν με έναν άλλο πνευματικότερο τρόπο!

Με την πτώση όμως στην αμαρτία η λειτουργία των φύλων και η γαμική ένωση γενικά ακολούθησε την κοινή αχρείωση της φύσεως. Με την ενανθρώπηση του ο Χριστός ανύψωσε την πεσμένη φύση και άγιασε το φθαρέντα του γάμου δεσμό. Αυτό γίνεται στην Εκκλησία στο ιερό μυστήριο του γάμου. Σ' αυτό οι ελευθέρως αποφασίζοντες να συζευχθούν λαμβάνουν τη χάρη του αγίου Πνεύματος, η οποία αγιάζει το φυσικό τους δεσμό και τους χορηγεί δύναμη ν' ανταπεξέλθουν στους υψηλούς στόχους του γάμου, που είναι το φάρμακο της επιθυμίας, ο συμπνευματισμός, η αλληλοβοήθεια και η παιδοποιία.



Ο φυσικός έρωτας στο γάμο είναι αμαρτία;


Όχι, βέβαια, μια κι ο Χριστός τον αγίασε και τον ευλόγησε με τη χάρη του. Ο Παύλος λέγει, ότι η κοίτη (η ερωτική συνεύρεση) σ' ένα χριστιανικό ζευγάρι είναι αμίαντη. Αρκεί βέβαια η σχέση να είναι η φυσιολογική έκφραση της αγάπης των συζύγων, χωρίς υπερβολές και σεξουαλικές διαστροφές, πράγματα που φυσικά απαγορεύονται.



Ο έλεγχος των γεννήσεων απαγορεύεται;

Καλό θα ήταν να μην υπήρχε. Είναι το ιδεώδες, το σύμφωνο με τη φυσική τάξη και το θέλημα του Θεού, μια και η φυσική τάξη προέρχεται απ' αυτόν. Το ιδεώδες όμως δεν είναι κι εδώ εφικτό. Στη σύγχρονη εποχή με τον πυκνό και ταχύτατο ρυθμό της και τις πολυπληθείς απαιτήσεις και ανάγκες της, μια υπερπολυπληθής οικογένεια, που αν υπάρχει και είναι αληθινά ζώσα, είναι χάρμα Θεού και καύχημα ανθρώπων, δημιουργεί πολλά και πιεστικά προβλήματα στους γονείς και τα παιδιά, που καμιά φορά είναι δυσανάλογα με την αντοχή ανθρώπων αδυνάτων. Στις περιπτώσεις αυτές μια κατ' οικονομίαν θεώρηση των πραγμάτων από την Εκκλησία με πνεύμα αγάπης και κατανοήσεως, θ' αποσοβούσε θλιβερές καταστάσεις στη ζωή του χριστεπώνυμου πληρώματος της Εκκλησίας.

Η πλήρης αποφυγή της τεκνογονίας είναι επίμεμπτη και κακή.



Αφού ο γάμος είναι αδιάλυτος δεσμός, γιατί η Εκκλησία επιτρέπει το διαζύγιο;

Ο γάμος είναι μυστηριακός δεσμός. Ο Παύλος τον παραβάλλει με τον άδιάλυτο δεσμό Χριστού και Εκκλησίας (Εφεσ. 5,32). Όπως ο Χριστός είναι δεμένος με την Εκκλησία του σε μια μυστηριακή ενότητα αδιάσπαστη και αδιάλυτη, έτσι και οι σύζυγοι ενώνονται σε μια ένωση δια βίου, αδιάσπαστη και αδιάλυτη. Αυτό που ενώνει δια του γάμου ο Θεός, ο άνθρωπος δεν πρέπει να το χωρίζει (Ματθ. 19,6). Ο θάνατος μόνο είναι ο φυσικός λύτης της συζυγικής ένότητος.

Αλλά και εδώ ανακύπτει το θέμα του ιδεώδους και του εφικτού. Ο αδιάλυτος γάμος είναι το τέλειο και το ιδεώδες. Επειδή όμως το ιδεώδες αυτό αναφέρεται σε ανθρώπους αδύναμους και αμαρτωλούς, δεν είναι πάντοτε εφικτός στην εμπερίστατη και πεζή μας πραγματικότητα. Ο Κύριος ανεγνώρισε ένα λόγο διαλύσεως του γάμου, την πορνεία (Ματθ. 5,32). Το αμάρτημα αυτό, προσβάλλοντας την πίστη την αγάπη και τον αλληλοσεβασμό των συζύγων, σπάει ουσιαστικά και καταργεί την ιδέα του γάμου και νεκρώνει την οικογένεια. Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ούτε και την συζυγική απιστία αποδέχεται ως λόγο λύσεως του γάμου. Δε δίνει διαζύγιο. Επιτρέπει μόνο το χωρισμό των συζύγων από κοίτης και τραπέζης (να μη κοιμούνται και να μην τρώγουν μαζί).

Το κανονικό δίκαιο της Εκκλησίας αποδέχεται και άλλους λόγους διαζυγίου, τους οποίους επιβάλλει η πολύπλοκη ζωή και η κακότητα των ανθρώπων. Η τελευταία αυτή ήταν και ο βασικός λόγος, που ο Θεός στην Π. Διαθήκη επέτρεψε την διάλυση του γάμου (Ματθ. 19,8), κυρίως για να προστατεύσει τη γυναίκα από τη σκληροκαρδία του συζύγου.

Αλήθεια, μια οικογένεια που έπαυσε ουσιαστικά να ζει, γιατί να διαιωνίζεται έπ' άπειρον; Χωρίς φυσικά να θέλουμε να πούμε, ότι το διαζύγιο πρέπει να είναι μια εύκολη και πρόχειρη υπόθεση.



Τι είναι οι μικτοί γάμοι;


Είναι κατ' οϊκονομίαν γάμοι μεταξύ ορθοδόξων και ετεροδόξων. Κατ' ακρίβεια δογματική οι γάμοι αυτοί δεν πρέπει να γίνονται. Εφόσον ο ετερόδοξος δεν είναι μέλος της Όρθόδοξης Εκκλησίας, πως μπορεί να δεχθεί ορθόδοξο μυστήριο; Ή πρέπει να γίνει και αυτός ορθόδοξος, ή αυτό που γίνεται δεν έχει ουσιαστικά κανένα κύρος και καμιά αξία. Η Εκκλησία όμως οικονομεί τα πράγματα επιτρέπουσα το ανεπίτρεπτο, για να προλάβει μεγαλύτερα κακά, έναν πολιτικό γάμο ή μια παράνομη συμβίωση ή και άποσκίρτηση του ορθόδοξου μέλους και προσχώρηση του σε έτερόδοξες εκκλησιαστικές κοινότητες.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία προκειμένου να ευλογήσει έναν τέτοιο γάμο, θέτει σαν προϋπόθεση την τέλεση του σε ορθόδοξο ναό και κατά το ορθόδοξο τυπικό, με γραπτή υπόσχεση του άλλου μέρους ότι τα τέκνα, που ενδεχομένως προκύψουν από το γάμο, θα βαπτισθούν και θα ανατραφούν ορθόδοξα. Φυσικά το ίδιο απαιτεί και το έτερο μέρος, η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, αν στο γάμο αυτό μετέχει δικό της μέλος. Για τους Προτεστάντες το ζήτημα είναι αδιάφορο. Αυτοί είναι πρακτικοί άνθρωποι.



Τι αντιπροσωπεύει ο πολιτικός γάμος;

Από δογματική άποψη τίποτα. Είναι σκέτο κατασκεύασμα ανθρώπων, χωρίς καμιά εσωτερική θρησκευτική πνοή. Είναι συμβόλαιο κοινωνικό, που νομοθετεί η πολιτεία δια να προστατεύσει και να κατοχυρώσει νομικά την οικογένεια, τη συμβίωση ανδρός και γυναικός. Ο γάμος αυτός όπως εύκολα συνάπτεται, το ίδιο εύκολα και διαλύεται με την κοινή συναίνεση των συζύγων, με όλες φυσικά τις συνέπειες που καθορίζει ο νόμος.

Ο ορθόδοξος πιστός ποτέ δε θα στέρξει έναν τέτοιο γάμο. Το θεωρεί εύσχημη πορνεία. Γι αυτόν είναι σημείο εκπτώσεως από τη μυστηριακή χάρη, τη χριστιανική πίστη και γενικότερα την Εκκλησία. Δεν παραβλέπουμε φυσικά τις πολλές και αδήριτες καμιά φορά περιστάσεις στις όποιες μπορεί να βρεθεί ένας ορθόδοξος χριστιανός, ζώντας σε χώρες που η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν έχει αισθητή την παρουσία της, και το γενικότερο κλίμα δεν είναι καθόλου θρησκευτικό. Αν κάνει γάμο πολιτικό, θα τον κάνει από σκοπιμότητα και θα βρίσκεται στο έλεος του Θεού. Εκτός κι αν κάνει παράλληλα και θρησκευτικό.





ΠΗΓΗ:www.apostoliki-diakonia.gr

Τρίτη 30 Μαρτίου 2010

Προσευχή> ΟΡΘΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ

Κύριε Φώτισε το σκοτάδι της ψυχής μου
(γενικά περί προσευχής)


Ο Ορθός τρόπος προσευχής είναι αυτός που περιγράφεται ΣΕ ΟΛΑ τα προσευχητάρια και ξεκινάει από την παράκληση προς την Υπεραγία Μαρία όπως της αρέσει να την προσφωνούν σύμφωνα με τον Άγιο Νεκτάριο, να μεσολαβήσει στον Υιό της.


Στην συνέχεια ζητούμε την μεσολάβηση του Φύλακα Άγγελου και του Προστάτη Αγίου
.. στην περίπτωση του Προστάτη Αγίου είναι αυτός που φέρει το ίδιο όνομα με εμάς,
ενώ στην περίπτωση του Φύλακα Αγγέλου είναι αυτός που αγαπάμε περισσότερο
επειδή πχ μας άρεσε ο βίος του.


Ο Σωστός τρόπος προσευχής είναι ο τρόπος των Μοναχών δηλαδή στα γόνατα και με το κεφάλι κάτω στο έδαφος να ζητούμε αυτό που θέλουμε το οποίο μπορεί να είναι η θεραπεία ενός προσώπου. Θα είναι καλό να συνοδεύεται η προσευχή από δάκρυα ψυχής τα οποία αν έχουμε ακολουθήσει την προτεινόμενη νηστεία που έχει ορίσει η εκκλησία μας τότε είναι εύκολο να εξέλθουν.


Πέρα από τις γνωστές που είναι ΠΛΗΡΗΣ προσευχές και είναι οι γνωστές που υπάρχουν στα προσευχητάρια και τις οποίες συνήθως μας συμβουλεύουν οι Πνευματικοί μας να διαβάζουμε. Εμένα προσωπικά δεν μου άρεσαν τα τυποποιημένα και σε συζήτηση που είχα σχετικά με τον Πνευματικό μου, είπε να διαβάζω αυτές του προσευχηταρίου και να προσθέτω αυτό που εγώ θέλω να ζητήσω.


ΟΡΘΟΣ τρόπος προσευχής


Άγιος ο Θεός.... (Τρισάγιος)


Υπεραγία Μαρία και Θεοτόκε μεσολάβησε στον Κύριο να εισακουστεί η προσευχή μου.


Άγιε Γεώργιε μεσολάβησε να ανέλθει η προσευχή μου στους ουρανούς.


Άγιε Νεκτάριε μεσολάβησε εσύ και οι Άγιοι Πάντες να εισακουστεί η προσευχή μου.


Κύριε και Αγία Τριάδα

Φώτισε το σκοτάδι της ψυχής μου.
Δώσε μου την Φώτιση να πράττω το θέλημά Σου.
Φώτισε Κύριε τους Ιερείς να εξωτερικεύουν όλο και
περισσότερη αγάπη και να εκλείψουν τα λυπηρά φαινόμενα που τους κατηγορούν.

Φώτισε κύριε του πιστούς στα πλαίσια της ακηδίας την οποία δεν διδάχθηκαν σωστά να πάψουν να κρίνουν τους Ιερείς αλλά και εμένα που προσπαθώ να μεταφέρω όσα με κόπο έμαθα τόσα χρόνια.

Φώτισε με Κύριε να μην λανθάνω και να εξηγώ με υπομονή στους πιστούς και ειδικά στους άθεους οι οποίοι επηρεάστηκαν από τα φαινόμενα του κατήγορου λόγου και απομακρύνθηκαν από εσένα Κύριε.

Κύριε δώσε υγεία στους ανθρώπους που αγαπώ αλλά μην ξεχάσεις κύριε κανένα σε αυτόν τον κόσμο. Δώσε αυτό το πολυτιμότερο αγαθό στους πιστούς αλλά και σε όσους σε κατηγορούν Κύριε τους οποίους σε παρακαλώ να συγχωρέσεις για την άγνοια στην οποία οδηγήθηκαν πλανόμενοι από τους κατήγορους της Ορθοδοξίας και του Χριστιανισμού γενικότερα. Δείξε τους τον δρόμο της αλήθειας Κύριε και Φώτισε το σκοτάδι της ψυχής τους. Είναι κρίμα να στεναχωρούν τους χιλιάδες ανθρώπους που σε αγαπούν Κύριε με την δράση τους στο διαδίκτυο στο οποίο πλέον ο Λόγος Σου διαστρεβλώνεται καθημερινά Κύριε.

Δώσε μου την ΔΥΝΑΜΗ και την υπομονή να τους ενημερώνω όσο πιο ήρεμα και απλά γίνεται για το μέγεθος την πλάνης τους. Οδήγησε Κύριε τους Θεολόγους και Ιερείς σε αυτούς και δώσε τους υπομονή και δύναμη να ενημερώσουν τους ανθρώπους αυτούς που πλανήθηκαν και δρουν στον χώρο του Pathfinder και γενικά στο διαδίκτυο.


Σήμερα δεν θα σου ζητήσω Κύριε τίποτα άλλο για εμένα.



Ευχαριστώ Κύριε που με άκουσες.
Ευχαριστώ Υπεραγία Μαρία και Θεοτόκε και
Άγιοι Πάντες που μεσολαβήσατε υπέρ εμού.




Δι' ευχών των Αγίων Πατέρων ....


Αμήν .




Αυτός είναι ο Ορθός τρόπος προσευχής για όσους δεν θέλουν τα τυποποιημένα και με την σωστή στάση αλλά και την συνοδεία δακρύων πετυχαίνουν ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ θεραπείας ασθενειών.

Σε κάθε περίπτωση πρέπει να κάνετε υπακοή στον Πνευματικό σας και να γίνεται η ανάγνωση των προτεινόμενων προσευχών αλλά όταν θέλετε να ζητήσετε κάτι για εσάς να ακολουθείτε τον ενδεδειγμένο τρόπο που σας υπέδειξα και που αναγράφεται ΣΕ ΟΛΑ τα προσευχητάρια.




ΠΗΓΗ:xigiorge.spaces.live.com


>>>>>>>>>>>>>>>>>>

Δευτέρα 29 Μαρτίου 2010

Η ΣΤΑΥΡΩΣΗ ΝΙΚΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ

«...Ο Υιός του Θεού υπέφερε «έως θανάτου», όχι για ν' απαλλαγούμε εμείς απ' την οδύνη, αλλά για να είναι η οδύνη μας σαν τη δική του. Ο Χριστός δεν μας προσφέρει ένα δρόμο που παρακάμπτει την οδύνη, αλλά ένα δρόμο μέσα απ' αυτήν· όχι υποκατάσταση, αλλά λυτρωτική συμπόρευση...».




Ο θάνατος του Χριστού πάνω στο Σταυρό δεν είναι μια αποτυχία που αποκαταστάθηκε κάπως μετά την Ανάστασή του. Ο ίδιος ο θάνατος πάνω στο Σταυρό είναι μια νίκη. Νίκη τίνος πράγματος; Μόνο μια απάντηση μπορεί να υπάρξει: Η νίκη της οδυνώμενης αγάπης. «Κραταιά ως θάνατος αγάπη...ύδωρ πολύ ου δυνήσεται σβέσαι την αγάπην» (Άσμα Ασμ. 8, 6-7). Ο Σταυρός μας δείχνει μιαν αγάπη που είναι δυνατή σαν το θάνατο, μιαν αγάπη ακόμη πιο δυνατή.


Ο άγ. Ιωάννης κάνει την εισαγωγή της διήγησής του για το Μυστικό Δείπνο και το Πάθος μ' αυτά τα λόγια: «...αγαπήσας τους ιδίους τους εν τω κόσμω, εις τέλος ηγάπησεν αυτούς» (Ιω. 13,1). Το ελληνικό κείμενο λέει εις τέλος, που σημαίνει «ως το τέλος», «ως το έσχατο σημείο». Κι αυτή η λέξη τέλος επαναλαμβάνεται αργότερα στην τελευταία κραυγή του Χριστού πάνω στο Σταυρό: «Τετέλεσται» (Ιω. 19,30). Αυτό πρέπει να εννοηθεί όχι σαν κραυγή αυτοεγκατάλειψης ή απόγνωσης, αλλά σαν κραυγή νίκης: Τελείωσε, κατορθώθηκε, εκπληρώθηκε!


Τι εκπληρώθηκε; Απαντάμε: Το έργο της οδυνώμενης αγάπης, η νίκη της αγάπης πάνω στο μίσος. Ο Ιησούς, ο Θεός μας, αγάπησε τους δικούς του ως το έσχατο σημείο.
Από αγάπη δημιούργησε τον κόσμο, από αγάπη γεννήθηκε σαν άνθρωπος μέσα σ' αυτό τον κόσμο, από αγάπη πήρε πάνω του τη διασπασμένη ανθρώπινη φύση μας και την έκανε δική του.

Από αγάπη ταυτίστηκε μ' όλη μας την απελπισία.
Από αγάπη πρόσφερε τον εαυτό του θυσία, διαλέγοντας στη Γεθσημανή να πάει εκούσια προς το Πάθος του: «...την μου τίθημι υπέρ των προβάτων... ουδείς αίρει αυτήν απ' εμού, αλλ' εγώ τίθημι αυτήν απ' εμαυτού» (Ιω. 10: 15,18).


Ήταν θεληματική αγάπη κι όχι καταναγκασμός αυτό που έφερε τον Ιησού στο θάνατό του. Στην αγωνία του μέσα στον κήπο και στη Σταύρωσή του οι σκοτεινές δυνάμεις του επιτίθενται μ' όλη τους την ορμή, αλλά δεν μπορούν ν' αλλάξουν τη συμπόνια του σε μίσος· δεν μπορούν να εμποδίσουν την αγάπη του να συνεχίσει να είναι η ίδια. Η αγάπη του δοκιμάζεται ως το έσχατο σημείο, αλλά δεν καταπνίγεται. «Το φως εν τη σκοτία φαίνει, και η σκοτία αυτό ου κατέλαβεν» (Ιω. 1,5. Στη νίκη του Χριστού πάνω στο Σταυρό θα μπορούσαμε να εφαρμόσουμε τα λόγια που ειπώθηκαν από κάποιο Ρώσο ιερέα, όταν απελευθερώθηκε από το στρατόπεδο συγκεντρώσεως: «Ο πόνος έχει καταστρέψει τα πάντα. Ένα μόνο πράγμα έχει μείνει σταθερό, η αγάπη» .



Ο Σταυρός σαν νίκη μας θέτει το παράδοξο της παντοδυναμίας της αγάπης. Ο Dostoevsky πλησιάζει την αληθινή έννοια της νίκης του Χριστού με μερικά λόγια, που βάζει στο στόμα του στάρετς Ζωσιμά:


Μπροστά σε μερικές σκέψεις ο άνθρωπος στέκεται μπερδεμένος, ιδίως μπροστά στη θέα της ανθρώπινης αμαρτίας, και αναρωτιέται αν θα την πολεμήσει με βία ή με ταπεινή αγάπη.


Πάντα ν' αποφασίζεις: «Θα την πολεμήσω με ταπεινή αγάπη» . Αν αποφασίσεις πάνω σ' αυτό μια για πάντα, μπορείς να κατακτήσεις ολόκληρο τον κόσμο. Η γεμάτη αγάπη ταπείνωση είναι μια τρομερή δύναμη: είναι το πιο δυνατό απ' όλα τα πράγματα και δεν υπάρχει τίποτε άλλο σαν κι αυτή.


Η γεμάτη αγάπη ταπείνωση είναι μια τρομερή δύναμη· όποτε θυσιάζουμε κάτι ή υποφέρουμε όχι μ' αίσθηση επαναστατικής πίκρας, αλλά με τη θέλησή μας και από αγάπη, αυτό μας κάνει πιο δυνατούς κι όχι πιο αδύνατους. Αυτό σημαίνει προπάντων στην περίπτωση του Ιησού Χριστού. «Η αδυναμία του ήταν από δύναμη», λέει ο άγ. Αυγουστίνος. Η δύναμη του Θεού φαίνεται όχι τόσο πολύ μέσα στη δημιουργία του κόσμου ή μέσα στα θαύματά του, όσο στο γεγονός ότι από αγάπη ο Θεός «εκένωσεν εαυτόν» (Φιλ. 2,7), πρόσφερε τον εαυτό του, με γενναιόδωρη αυτοδιάθεση, με τη δική του ελεύθερη εκλογή συγκατανεύοντας να υποφέρει και να πεθάνει. Κι αυτό το άδειασμα του εαυτού είναι συνάμα μία πλήρωση: η κένωση είναι πλήρωση. Ο Θεός δεν είναι ποτέ τόσο δυνατός, όσο όταν βρίσκεται στην έσχατη αδυναμία.


Η αγάπη και το μίσος δεν είναι απλώς υποκειμενικά συναισθήματα που επηρεάζουν το εσωτερικό σύμπαν αυτών που τα αισθάνονται, αλλά είναι και αντικειμενικές δυνάμεις που αλλάζουν τον κόσμο έξω από μας. Αγαπώντας ή μισώντας τον άλλο, τον κάνω, ως ένα σημείο, να γίνει αυτό που εγώ βλέπω μέσα του. Όχι μόνο για τον εαυτό μου, αλλά και για τις ζωές όλων γύρω μου, η αγάπη μου είναι δημιουργική, έτσι όπως το μίσος μου είναι καταστροφικό. Κι αν αυτό αληθεύει για τη δική μου αγάπη, αληθεύει σε ασύγκριτα μεγαλύτερη έκταση για την αγάπη του Χριστού.


Η νίκη της γεμάτης πόνο αγάπης του πάνω στο Σταυρό δεν είναι απλώς ένα παράδειγμα για μένα που μου δείχνει τι θα μπορούσα να πετύχω εγώ ο ίδιος αν μπορούσα να τον μιμηθώ με τις δικές μου δυνάμεις. Πολύ περισσότερο απ' αυτό, η πονεμένη του αγάπη έχει πάνω μου ένα δημιουργικό αποτέλεσμα, μεταμορφώνοντας την καρδιά μου και τη θέλησή μου, ελευθερώνοντάς με από τα δεσμά, ολοκληρώνοντάς με, κάνοντας δυνατό για μένα ν' αγαπώ μ' ένα τρόπο που θα ήταν τελείως περ' από τις δυνάμεις μου, αν πρώτα δεν ειχ' αγαπηθεί απ' αυτόν. Γιατί μέσα στην αγάπη ταυτίστηκε μαζί μου· και η νίκη του είναι νίκη μου. Κι έτσι ο θάνατος του Χριστού πάνω στο Σταυρό είναι πράγματι, όπως τον περιγράφει η Λειτουργία του Μ. Βασιλείου, ένας «ζωοποιός θάνατος».


Επομένως η οδύνη του Χριστού και ο θάνατος έχουν αντικειμενική αξία· έκανε για μας κάτι που θα ήμασταν τελείως ανίκανοι να κάνουμε δίχως αυτόν. Ταυτόχρονα δεν θα έπρεπε να λέμε ότι ο Χριστός υπέφερε «αντί για μας», αλλ' ότι υπέφερε για χάρη μα ς. Ο Υιός του Θεού υπέφερε «έως θανάτου», όχι για ν' απαλλαγούμε εμείς απ' την οδύνη, αλλά για να είναι η οδύνη μας σαν τη δική του. Ο Χριστός δεν μας προσφέρει ένα δρόμο που παρακάμπτει την οδύνη, αλλά ένα δρόμο μέσα απ' αυτήν· όχι υποκατάσταση, αλλά λυτρωτική συμπόρευση.



Αυτή είναι η αξία του Σταυρού του Χριστού για μας. Αν τη συνδέσουμε με την Ενσάρκωση και τη Μεταμόρφωση που προηγήθηκε, και με την Ανάσταση που την ακολουθεί -γιατί όλ' αυτά είναι αχώριστα μέρη μιας μοναδικής πράξης ή «δράματος»- η Σταύρωση πρέπει να κατανοηθεί σαν ύψιστη και τέλεια νίκη, θυσία και πρότυπο. Και σε κάθε περίπτωση η νίκη, η θυσία και το πρότυπο είναι της αγάπης που πάσχει.


Έτσι βλέπουμε το Σταυρό:

την τέλεια νίκη της ταπείνωσης που ξέρει ν' αγαπάει πάνω στο μίσος και το φόβο·
την τελεία θυσία ή την εκούσια αυτοπροσφορά της συμπόνιας που ξέρει ν'αγαπάει·
το τέλειο πρότυπο της δημιουργικής δύναμης της αγάπης.


Με τα λόγια της Julian του Norwich:

Θα’ θελες να μάθεις το νόημα του Κυρίου σου πάνω σ' αυτό το πράγμα; Μάθε το καλά: Η αγάπη ήταν το νόημά του. Ποιος στο έδειξε; Η αγάπη. Τι σου έδειξε εκείνος; Αγάπη. Γιατί στο έδειξε; Από αγάπη. Κρατήσου απ' αυτό και θα μάθεις περισσότερα. Αλλά ποτέ δεν θα ξέρεις ούτε θα μάθεις μέσα σ' αυτό τίποτ' άλλο.
Τότε είπε ο καλός μας Κύριος Ιησούς Χριστός: Είσαι ευχαριστημένος που υπέφερα για σένα; Είπα: Ναι, Κύριέ μου, σ' ευχαριστώ· ναι, Κύριέ μου, ας είσαι ευλογημένος. Τότε είπε ο Ιησούς, ο Κύριος: Αν εσύ είσαι ευχαριστημένος, είμαι κι εγώ ευχαριστημένος: είναι μια χαρά, μια ευδαιμονία, μια ατέλειωτη ικανοποίηση για μένα το ότι κάτι υπέφερα για σένα· κι αν μπορούσα να υποφέρω περισσότερο, θα υπέφερα περισσότερο.



Κάλλιστος Ware
Επίσκοπος Διοκλείας




>>>>>>>>>>>>>>>>>>>

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΘΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ



Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου





«Ο Κύριος Ιησούς και Θεός μας χωρίς να φταίει σε τίποτε ραπίσθηκε, ώστε οι αμαρτωλοί που θα τον μιμηθούν, όχι μόνον να λάβουν άφεση των αμαρτιών τους, αλλά και να γίνουν συγκοινωνοί στη θεότητά του με την υπακοή τους.


Εκείνος ήταν Θεός κι έγινε για μας άνθρωπος. Ραπίσθηκε, φτύστηκε και σταυρώθηκε, και με όσα έπαθε ο απαθής κατά τη θεότητα είναι σαν να μας διδάσκει και να λέει στον καθένα μας:


«Αν θέλεις, άνθρωπε, να γίνεις Θεός, να κερδίσεις την αιώνια ζωή και να ζήσεις μαζί μου, πράγμα που ο προπάτοράς σου, επειδή το επεδίωξε με κακό τρόπο, δεν το πέτυχε, ταπεινώσου, καθώς ταπεινώθηκα κι εγώ για σένα– απόφυγε την αλαζονεία και την υπερηφάνεια του δαιμονικού φρονήματος, δέξου ραπίσματα, φτυσίματα, κολαφίσματα, υπόμεινέ τα μέχρι θανάτου και μην ντραπείς.


Αν όμως εσύ ντραπείς να πάθεις κάτι χάρη των εντολών μου, καθώς εγώ ο Θεός έπαθα για σένα, θα θεωρήσω κι εγώ ντροπή μου το να είσαι μαζί μου κατά την ένδοξη έλευσή μου και θα πω στους αγγέλους μου:


Αυτός κατά την ταπείνωσή μου ντράπηκε να με ομολογήσει και δεν καταδέχθηκε να εγκαταλείψει τον κόσμο και να γίνει όμοιός μου. Τώρα λοιπόν που απογυμνώθηκε από τη φθαρτή δόξα του Πατέρα μου, θεωρώ ντροπή μου ακόμη και να τον βλέπω. Πετάξτε τον λοιπόν έξω: «αρθήτω ο ασεβής, ίνα μή ίδη τήν δόξαν Κυρίου» (Ησ. 26:10) (διώξτε τον ασεβή για να μη δει τη δόξα του Κυρίου).


Φρίξετε, άνθρωποι, και τρομάξετε, και υπομείνετε με χαρά τις ύβρεις που ο Θεός υπέμεινε για τη σωτηρία μας... Ο Θεός ραπίζεται από έναν τιποτένιο δούλο... και εσύ δεν καταδέχεσαι να το πάθεις αυτό από τον ομοιοπαθή σου άνθρωπο; Ντρέπεσαι να γίνεις μιμητής του Θεού, και πώς θα συμβασιλεύσεις μ’ αυτόν και θα συνδοξασθείς στη βασιλεία των ουρανών, αν δεν υπομείνεις τον αδελφό σου; Αν και ’κείνος δεν καταδεχόταν να γίνει άνθρωπος για σένα και σ’ άφηνε να κείτεσαι μέχρι τώρα στην πτώση της παραβάσεως, δεν θα βρισκόσουν τώρα στον πυθμένα του Άδη, άθλιε, με τους άπιστους και τους ασεβείς;


Αλλά τί θα πούμε προς αυτούς πού δήθεν εγκατέλειψαν τα πάντα κι έγιναν φτωχοί για την βασιλεία των ουρανών;


— Αδελφέ, φτώχυνες και μιμήθηκες το Δεσπότη Χριστό και Θεό σου. Βλέπεις λοιπόν ότι τώρα ζει και συναναστρέφεται μαζί σου, αυτός που βρίσκεται υπεράνω όλων των ουρανών. Να, βαδίζετε τώρα οι δυο μαζί– κάποιος σας συναντάει στο δρόμο της ζωής, δίνει ράπισμα στον Δεσπότη σου, δίνει και σε σένα. Ο Δεσπότης δεν αντιλέγει και συ αντεπιτίθεσαι; «Ναι», λέει, γιατί είπε σε εκείνον που τον ράπισε: «ει κακώς ελάλησα, μαρτύρησον περί του κακού– ει δε καλώς, τί με δέρεις;» (Ιω. 18,23). (Αν είπα κάτι κακό, πες ποιο ήταν– αν όμως μίλησα σωστά, γιατί με χτυπάς;)».


Αυτό όμως δεν το είπε αντιμιλώντας, όπως φαντάστηκες, αλλά επειδή εκείνος «αμαρτίαν ουκ εποίησεν, ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματι αυτού» (δεν έκανε αμαρτία, ούτε βρέθηκε δόλος στο στόμα του).


Και για να μη νομισθεί, ότι, επειδή τάχα αμάρτησε, δίκαια τον χτύπησε ο δούλος λέγοντάς του: «ούτως αποκρίνει τω αρχιερεί;» (Ιω. 18,22)– (έτσι αποκρίνεσαι στον αρχιερέα;), για να αποδείξει λοιπόν ανεύθυνο τον εαυτό του, είπε τον παραπάνω λόγο. Δεν είμαστε όμως όμοιοί του εμείς οι υπεύθυνοι για πολλές αμαρτίες.


Έπειτα, μολονότι υπέμεινε πολύ χειρότερα απ’ αυτό, δεν μίλησε καθόλου, αλλά μάλλον προσευχήθηκε για τους σταυρωτές Του.


Εκείνος, αν και τον περιέπαιζαν, δεν αγανακτούσε, και σε γογγύζεις;

Εκείνος ανέχεται φτυσίματα, κολαφίσματα και φραγγελώσεις, και σε δεν ανέχεσαι ούτε ένα σκληρό λόγο;


Εκείνος δέχεται σταυρό και την οδύνη των καρφιών κι ατιμωτικό θάνατο, και συ δεν καταδέχεσαι να εκτελέσεις τα ταπεινά διακονήματα;


Πώς λοιπόν θα γίνεις συγκοινωνός στη δόξα, αφού δεν καταδέχεσαι να γίνεις συγκοινωνός στον ατιμωτικό του θάνατο; Μάταια στ’ αλήθεια εγκατέλειψες τον πλούτο, αφού δεν δέχθηκες να σηκώσεις τον σταυρό, δηλ. να υπομείνεις πρόθυμα την επίθεση όλων των πειρασμών – έτσι απόμεινες μόνος στον δρόμο της ζωής και χωρίσθηκες δυστυχώς από τον γλυκύτατο Δεσπότη και Θεό σου!»



(από το βιβλίο «Σταυροαναστάσιμα», έκδοσις Ι.Μ. Αγίου Συμεών Νέου Θεολόγου)



>>>>>>>>>>>>

ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ> Μεγάλο Σάββατο

«Τῶ Αγίω καὶ Μεγάλω Σαββάτω,
τὴν θεόσωμον Ταφήν, καὶ τὴν εἰς Ἄδου Κάθοδον
τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἑορτάζομεν
δι' ὧν τῆς φθορᾶς τὸ ἡμέτερον γένος ἀνακληθέν,
πρὸς αἰωνίαν ζωὴν μεταβέβηκε».





Το απόγευμα της Μεγάλης Παρασκευής, αφότου εξέπνευσε ο Κύριος επί του σταυρού, έπρεπε να ταφεί και μάλιστα βιαστικά, διότι όπως μας πληροφορεί ο ιερός Ευαγγελιστής οι Ιουδαίοι «ἵνα μὴ μείνῃ ἐπὶ τοῦ σταυροῦ τὰ σώματα ἐν τῷ σαββάτῳ, ἐπεὶ παρασκευὴ ἦν· ἦν γὰρ μεγάλη ἡ ἡμέρα ἐκείνου τοῦ σαββάτου· ἠρώτησαν τὸν Πιλᾶτον ἵνα κατεαγῶσιν αὐτῶν τὰ σκέλη, καὶ ἀρθῶσιν» (Ιωάν.19: 31). Οι στρατιώτες με χονδρές σιδερένιες βέργες τσάκισαν τα κόκαλα των δύο συσταυρωμένων ληστών, για να επιταχύνουν το θάνατό τους, διότι ακόμη δεν είχαν εκπνεύσει.

«ἐπὶ δὲ τὸν Ἰησοῦν ἐλθόντες ὡς εἶδον αὐτὸν ἤδη τεθνηκότα, οὐ κατέαξαν αὐτοῦ τὰ σκέλη, ἀλλ' εἷς τῶν στρατιωτῶν λόγχῃ αὐτοῦ τὴν πλευρὰν ἔνυξε, καὶ εὐθέως ἐξῆλθεν αἷμα καὶ ὕδωρ» (Ιωάν.19:33). Αυτό σημαίνει ότι ο θάνατος του Κυρίου υπήρξε πραγματικός.

Κοντά στο σταυρό του Κυρίου είχαν απομείνει μόνο η Θεοτόκος και οι μαθήτριές Του, οι οποίες συνέπασχαν με Αυτόν, έκλαιγαν και πενθούσαν το άδικο πάθος και το θάνατό Του. Αντίθετα οι ένδεκα μαθητές είχαν κρυφτεί για το φόβο των Ιουδαίων (Ιωάν.20:19). Όμως ήταν αδύνατο σ’ αυτές να αναλάβουν το δύσκολο έργο της αποκαθηλώσεως και της ταφής του Χριστού. Το πιο ανυπέρβλητο εμπόδιο ήταν η αίτηση στον Πιλάτο να τους δοθεί η άδεια της ταφής.

Το έργο αυτό ανάλαβαν οι ευσεβείς άρχοντες Ιωσήφ και Νικόδημος. «ἐλθὼν Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἁριμαθαίας, εὐσχήμων βουλευτής, ὃς καὶ αὐτὸς ἦν προσδεχόμενος τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, τολμήσας εἰσῆλθε πρὸς Πιλᾶτον καὶ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. ὁ δὲ Πιλᾶτος ἐθαύμασεν εἰ ἤδη τέθνηκε, καὶ προσκαλεσάμενος τὸν κεντυρίωνα ἐπηρώτησεν αὐτὸν εἰ πάλαι ἀπέθανε· καὶ γνοὺς ἀπὸ τοῦ κεντυρίωνος ἐδωρήσατο τὸ σῶμα τῷ Ἰωσήφ. καὶ ἀγοράσας σινδόνα καὶ καθελὼν αὐτὸν ἐνείλησε τῇ σινδόνι καὶ κατέθηκεν αὐτὸν ἐν μνημείῳ ὃ ἦν λελατομημένον ἐκ πέτρας, καὶ προσεκύλισε λίθον ἐπὶ τὴν θύραν τοῦ μνημείου» (Μάρκ.15: 43-46).

Τότε μαζεύτηκαν οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι στον Πιλάτο και τον παρακάλεσαν να ασφαλίσει τον τάφο του Χριστού μέχρι την Τρίτη ημέρα, διότι, όπως έλεγαν, «έχουμε υποψία μήπως οι μαθητές του κλέψουν την νύχτα το σώμα του Ιησού και κηρύξουν κατόπιν στο λαό ότι αναστήθηκε, όπως προείπε ο πλάνος εκείνος, όταν ακόμα ζούσε. Και τότε η πλάνη αυτή θα είναι χειρότερη από την πρώτη».

Ο Πιλάτος, αφού τους άκουσε, έδωσε την άδεια και πήγαν και ασφράγισαν τον τάφο. Για ασφάλεια, τοποθέτησαν και μια φρουρά από στρατιώτες και αποχώρησαν.

Κοντάκιον

«Τὴν ἄβυσσον ὁ κλείσας, νεκρὸς ὁρᾶται, καὶ σμύρνη καὶ σινδόνι ἐνειλημμένος, ἐν μνημείῳ κατατίθεται, ὡς θνητὸς ὁ ἀθάνατος. Γυναῖκες δὲ αὐτὸν ἦλθον μυρίσαι, κλαίουσαι πικρῶς καὶ ἐκβοῶσαι. Τοῦτο Σάββατόν ἐστι τὸ ὑπερευλογημένον, ἐν ὧ, Χριστὸς ἀφυπνώσας, ἀναστήσεται τριήμερος».

«Αυτός που περιόρισε την απέραντη θάλασσα, παρουσιάζεται τώρα νεκρός. Αυτός ο Αθάνατος αφού τυλίχθηκε με σεντόνι κι αλείφθηκε με μύρα, τοποθετήθηκε σε μνήμα σαν θνητός. Και κάποιες γυναίκες ήλθαν να τον αλείψουν με αρώματα, κλαίγοντας πικρά και φωνάζοντας: Αυτό το Σάββατο είναι το ευλογημένο, γιατί σ’ αυτό ο Χριστός αφού κοιμήθηκε σα νεκρός, σε τρεις ημέρες θα αναστηθεί».



Ὁ Οἶκος

«Ὁ συνέχων τὰ πάντα ἐπὶ σταυροῦ ἀνυψώθη, καὶ θρηνεῖ πᾶσα ἡ Κτίσις, τοῦτον βλέπουσα κρεμάμενον γυμνὸν ἐπὶ τοῦ ξύλου, ὁ ἥλιος τὰς ἀκτῖνας ἀπέκρυψε, καὶ τὸ φέγγος οἱ ἀστέρες ἀπεβάλλοντο, ἡ γῆ δὲ σὺν πολλῷ τῶ φόβω συνεκλονεῖτο, ἡ θάλασσα ἔφυγε, καὶ αἱ πέτραι διερρήγνυντο, μνημεῖα δὲ πολλὰ ἠνεώχθησαν, καὶ σώματα ἡγέρθησαν ἁγίων Ἀνδρῶν. Ἅδης κάτω στενάζει, καὶ Ἰουδαῖοι σκέπτονται συκοφαντῆσαι Χριστοῦ τὴν Ἀνάστασιν, τὰ δὲ Γύναια κράζουσι. Τοῦτο Σάββατόν ἐστι τὸ ὑπερευλογημένον, ἐν ὧ Χριστὸς ἀφυπνώσας, ἀναστήσεται τριήμερος».

«Αυτός που συγκρατεί τα σύμπαντα υψώθηκε πάνω στο Σταυρό, και όλη η κτίση θρηνεί καθώς τον βλέπει να κρέμεται γυμνός πάνω στο ξύλο. Ο ήλιος έκρυψε τις ακτίνες του, και τα άστρα έχασαν το φως τους. Η γη σείστηκε γεμάτη φόβο, η θάλασσα αποσύρθηκε και οι πέτρες έσπαζαν. Πολλοί τάφοι άνοιξαν και αναστήθηκαν σώματα αγίων ανδρών. Ο άδης κάτω (στο βασίλειό του) στενάζει και οι Ιουδαίοι σκέπτονται να διαδώσουν συκοφαντίες ότι είναι ψέμα η ανάσταση του Χριστού, οι γυναίκες δε επιμένουν να φωνάζουν: Αυτό το Σάββατο είναι το ευλογημένο, γιατί σ’ αυτό ο Χριστός αφού κοιμήθηκε σα νεκρός σε τρεις μέρες θα αναστηθεί».



Απολυτίκιον. Ήχος πλ. δ΄


«Ὁ εὐσχήμων Ἰωσήφ, ἀπὸ τοῦ ξύλου καθελῶν τὸ ἄχραντόν σου Σῶμα, σινδόνι καθαρά, εἰλήσας καὶ ἀρώμασιν, ἐν μνήματι καινῶ κηδεύσας ἀπέθετο».



Μετάφρασις

«Ο ευγενής (επίσημος) Ιωσήφ, αφού κατέβασε απ’ το ξύλο του Σταυρού το αμόλυντο Σώμα Σου κι αφού το τύλιξε με καθαρό σεντόνι και το άλειψε με αρώματα το κήδευσε και το τοποθέτησε σε καινούργιο μνήμα».


«Ὅτε κατῆλθες πρὸς τὸν θάνατον, ἡ ζωὴ ἡ ἀθάνατος, τότε τὸν Ἅδην ἐνέκρωσας, τὴ ἀστραπὴ τῆς θεότητος, ὅτε δὲ καὶ τοὺς τεθνεώτας ἐκ τῶν καταχθονίων ἀνέστησας, πᾶσαι αἱ Δυνάμεις τῶν ἐπουρανίων ἐκραύγαζον. Ζωοδότα Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, δόξα σοί».

«Όταν κατέβηκες στο βασίλειο του θανάτου, Εσύ που είσαι η αθάνατη ζωή, τότε νέκρωσες τον άδη με τη λάμψη της Θεότητάς Σου. Όταν δε ανέστησες από τα βάθη της γης τους πεθαμένους, τότε όλες οι ουράνιες Αγγελικές Δυνάμεις εφώναζαν: Δόξα σ’ Εσένα Χριστέ, ο Θεός μας, που δίνεις τη ζωή».

«Ταὶς Μυροφόροις Γυναιξί, παρὰ τὸ μνῆμα ἐπιστάς, ὁ Ἄγγελος ἐβόα. Τὰ μύρα τοὶς θνητοὶς ὑπάρχει ἁρμόδια, Χριστὸς δὲ διαφθορὰς ἐδείχθη ἀλλότριος».

«Ο άγγελος, που είχε σταθεί κοντά στο μνήμα φώναξε στις μυροφόρες γυναίκες: Τα αρώματα ταιριάζουν στους θνητούς. Ο Χριστός όμως αποδείχτηκε τελείως ξένος προς τη φθορά (που υφίστανται οι θνητοί).».



Ευαγγελικόν ανάγνωσμα:

- εις τον Όρθρον: Ματθ. 27: 62-66
- εις την Ματθ. 25: 1-20


>>>>>>>>>>>>>>>>>

ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ> Μεγάλη Παρασκευή

«Τὴ Αγία καὶ Μεγάλη Παρασκευή,
τὰ ἅγια καὶ σωτήρια καὶ φρικτὰ Πάθη
τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπιτελοῦμεν,
τοὺς ἐμπτυσμούς, τὰ ῥαπίσματα, τὰ κολαφίσματα, τὰς ὕβρεις,
τοὺς γέλωτας, τὴν πορφυρᾶν χλαίναν, τὸν κάλαμον,
τὸν σπόγγον, τὸ ὄξος, τοὺς ἤλους, τὴν λόγχην,
καὶ πρὸ πάντων, τὸν σταυρόν, καὶ τὸν θάνατον, ἃ δι' ἡμᾶς ἑκὼν κατεδέξατο,
ἔτι δὲ καὶ τὴν τοῦ εὐγνώμονος Ληστοῦ, τοῦ συσταυρωθέντος αὐτῷ,
σωτήριον ἐν τῷ Σταυρῶ ὁμολογίαν
».




Την ημέρα αυτή τελούμε την ανάμνηση των φρικτών και σωτήριων Παθών του Κυρίου Ιησού Χριστού και απ’ αυτό το γεγονός καθιερώθηκε και η νηστεία της Παρασκευής.

Αφού λοιπόν ο Ιησούς παραδόθηκε στους στρατιώτες, τον γυμνώνουν, του φορούν κόκκινη χλαμύδα, του βάζουν ακάνθινο στεφάνι και καλάμι στο χέρι αντί σκήπτρου. Κατόπιν τον προσκυνούν χλευαστικά, τον φτύνουν και τον χτυπούν στο πρόσωπο και το κεφάλι.

Στη συνέχεια, αφού του φόρεσαν και πάλι τα ρούχα του, του δίνουν τον Σταυρό και έρχεται στον τόπο της καταδίκης, τον Γολγοθά. Εκεί, σταυρώνεται ανάμεσα σε δύο ληστές, βλασφημείται απ’ όσους περνούν μπροστά του και οι στρατιώτες τον ποτίζουν χολή και ξύδι.

Μετά από λίγο, ο Κύριος, φώναξε δυνατά: «Τετέλεσται» και έτσι εκπνέει «ο αμνός του Θεού ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου» . Κατά τον θάνατο του κυρίου, τρέμει από φόβο και αυτή η άψυχη κτίση. Έπειτα λογχίζεται από τους στρατιώτες στην πλευρά του και τρέχει αίμα και νερό.



Τέλος, κατά το ηλιοβασίλεμα, έρχεται ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας και ο Νικόδημος μαζί του, κρυφοί μαθητές του Χριστού, αποκαθηλώνουν από τον Σταυρό το πανάγιο σώμα του διδασκάλου τους, το αρωματίζουν, το τυλίγουν σε καθαρό σεντόνι και το θάβουν σε καινούργιο μνημείο, κυλώντας πάνω στο στόμιό του μεγάλη πέτρα.

«Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου, ὁ ἐν ὕδασι τὴν γὴν κρεμάσας. Στέφανον ἐξ ἀκανθῶν περιτίθεται, ὁ τῶν Ἀγγέλων Βασιλεύς. Ψευδὴ πορφύραν περιβάλλεται, ὁ περιβάλλων τὸν οὐρανὸν ἓν νεφέλαις. Ῥάπισμα κατεδέξατο, ὁ ἐν Ἰορδάνῃ ἐλευθερώσας τὸν Ἀδάμ. Ἦλοις προσηλώθη, ὁ Νυμφίος τῆς Ἐκκλησίας. Λόγχη ἐκεντήθη, ὁ Υἱὸς τῆς Παρθένου. Προσκυνούμέν σου τὰ Πάθη Χριστέ. Δεῖξον ἡμῖν, καὶ τὴν ἔνδοξόν σου Ἀνάστασιν»

«Σήμερα κρεμάται πάνω στο ξύλο (του Σταυρού) Εκείνος που πάνω στα νερά κρέμασε τη γη. Στεφάνι από αγκάθια φοράει στο κεφάλι ο Βασιλιάς των Αγγέλων, Ντύνεται με ψεύτικη βασιλική χλαμύδα, Αυτός που ντύνει με σύννεφα τον ουρανό, Δέχτηκε ράπισμα Εκείνος που (με το βάπτισμά Του) στον Ιορδάνη ελευθέρωσε τον Αδάμ (το ανθρώπινο γένος). Με καρφιά καρφώθηκε ο Νυμφίος της Εκκλησίας. Με λόγχη τρυπήθηκε ο υιός της Παρθένου. Προσκυνούμε τα Πάθη Σου, Χριστέ. Δείξε μας και την ένδοξη Ανάστασή Σου».



Κοντάκιον


«Τὸν δι' ἡμᾶς Σταυρωθέντα, δεῦτε πάντες ὑμνήσωμεν, αὐτὸν γὰρ κατεῖδε Μαρία ἐπὶ τοῦ ξύλου, καὶ ἔλεγεν. Εἰ καὶ σταυρὸν ὑπομένεις, σὺ ὑπάρχεις ὁ Υἱὸς καὶ Θεός μου».



Ὁ Οἶκος

«Τὸν ἴδιον Ἄρνα, ἡ ἀμνὰς θεωροῦσα πρὸς σφαγὴν ἑλκόμενον, ἠκολούθει Μαρία, τρυχομένη μεθ' ἑτέρων γυναικῶν, ταῦτα βοῶσα. Ποῦ πορεύη Τέκνον, τῖνος χάριν, τόν ταχὺν δρόμον τελεῖς; μὴ ἕτερος γάμος πάλιν ἐστὶν ἐν Κανᾷ; κακεῖ νὺν σπεύδεις, ἳν ἐξ ὕδατος αὐτοῖς οἶνον ποιήσης; συνέλθω σοὶ Τέκνον, ἢ μείνω σοὶ μᾶλλον, δὸς μοὶ λόγον Λόγε, μὴ σιγῶν παρέλθης με, ὁ ἁγνὴν τηρήσας με, σὺ γὰρ ὑπάρχεις ὁ Υἱὸς καὶ Θεός μου».



Απολυτίκιον. Ήχος πλ. δ΄

«Ὅτε οἱ ἔνδοξοι Μαθηταί, ἐν τῷ νιπτήρι τοῦ Δείπνου ἐφωτίζοντο, τότε Ἰούδας ὁ δυσσεβής, φιλαργυρίαν νοσήσας ἐσκοτίζετο, καὶ ἀνόμοις κριταῖς, σὲ τὸν δίκαιον Κριτὴν παραδίδωσι. Βλέπε χρημάτων ἐραστά, τὸν διὰ ταῦτα ἀγχόνη χρησάμενον, φεῦγε ἀκόρεστον ψυχὴν τὴν Διδασκάλω τοιαῦτα τολμήσασαν. Ὁ περὶ πάντας ἀγαθός, Κύριε δόξα σοί».



>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>

ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ> Μεγάλη Πέμτη

« Τὴ Αγία καὶ Μεγάλη Πέμπτη,
οἱ τὰ πάντα καλῶς διαταξάμενοι θεῖοι Πατέρες,
ἀλληλοδιαδόχως ἔκ τε τῶν θείων Ἀποστόλων, καὶ τῶν ἱερῶν Εὐαγγελίων,
παραδεδώκασιν ἡμῖν τέσσαρά τινα ἑορτάζειν,
τὸν ἱερὸν Νιπτήρα, τὸν μυστικὸν Δεῖπνον
(δηλαδὴ τὴν παράδοσιν τῶν καθ' ἡμᾶς φρικτῶν Μυστηρίων),
τὴν ὑπερφυὰ Προσευχήν, καὶ τὴν Προδοσίαν αὐτήν
».




Το βράδυ της ημέρας αυτής, που ήταν η προ των αζύμων ημέρα, δηλαδή παραμονή του Εβραϊκού Πάσχα, ο Ιησούς δείπνησε στην πόλη με τους δώδεκα Μαθητές του. Ευλόγησε το ψωμί και το κρασί και μ’ αυτό τον τρόπο παρέδωσε το Mυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, η οποία θα τελείται στο διηνεκές ως η αέναη παρουσία Του στην Εκκλησία.

Αφού κάθισαν στο τραπέζι του δείπνου, ο Κύριος θέλησε κατ’ αρχήν να ξεκαθαρίσει την υπόθεση του προδότη μαθητή. Δεν ήταν δυνατόν να καθίσει ο άνομος εκείνος μαζί τους στην παράδοση του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, πολλώ δε μάλλον να κοινωνήσει σε αυτό.

Λέγει λοιπόν «Εις εξ’ υμών παραδώσει με, ο εσθίων μετ’ εμού» (Μάρκ.14:18, Ιωάν.13:22). Τα λόγια αυτά έφεραν αναστάτωση στους μαθητές. Δεν περίμεναν να ακούσουν τέτοια φοβερή αγγελία και άρχισαν να διερωτώνται ποιος είναι αυτός. Ο αγαπημένος μαθητής Ιωάννης πέφτοντας στον τράχηλο του Διδασκάλου ρώτησε εξ’ ονόματος όλων: «Κύριε τις εστιν»; και ο Κύριος απάντησε: «Εκείνος εστιν ω εγώ βάψας το ψωμίον επιδώσω» (Ιωάν.13:26). Και βουτώντας τεμάχιο άρτου στο φαγητό το έδωσε στον Ιούδα. Αυτός το έφαγε και μετά από αυτό «εισήλθεν εις εκείνον ο Σατανάς» (Ιωάν.13:27).

Ο Ιησούς του είπε: «ό ποιείς, ποίησον τάχιον» (Ιωάν.13:27). Ο προδότης μαθητής έφυγε βιαστικά, απομακρυνθείς για πάντα από τη χορεία των μαθητών και από την κοινωνία του Θείου Διδασκάλου. «Ην δε νύξ» προσθέτει ο Ιωάννης. «Νυξ πραγματική, τονίζει σύγχρονος συγγραφέας, αλλά και νυξ πνευματική εν τη ψυχή του Ιούδα, εν η το φως του θείου Πνεύματος δια παντός εσβέσθη».

Μετά από αυτό ο Κύριος προέβη στη σύσταση του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Έλαβε άρτο και αφού ευχαρίστησε έκοψε αυτόν σε τεμάχια και έδωκε στους μαθητές του λέγοντας: «Λάβετε, φάγετε, τούτο εστι το σώμα μου», το αληθινό το πραγματικό, «το υπέρ υμών διδόμενον» (Λουκ.22:19). Ύστερα πήρε το ποτήριο της ευλογίας, που ήταν γεμάτο με οίνο και αφού ανέπεμψε ευχαριστήριο δέηση στο Θεό Πατέρα έδωκε στους μαθητές Του λέγοντας: «Πίετε εξ αυτού πάντες΄ τούτο γαρ εστι το αίμα μου, το της Καινής Διαθήκης, το περί πολλών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών» (Ματθ.26:28, Μάρκ.14:24).



Αφού κοινώνησαν όλοι και έφαγαν, ο Κύριος μίλησε και απεύθυνε την τελευταία αποχαιρετιστήρια ομιλία Του στους Mαθητές Του. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης διασώζει στο Ευαγγέλιό Του ολόκληρη αυτή την εκτενή ομιλία στα κεφάλαια 13-16. Ο τρόπος της ομιλίας προδίδει στον Κύριο δραματική έκφραση. Ως άνθρωπος μπροστά στο μαρτύριο, το οποίο γνωρίζει ως Θεός αγωνιά και λυπάται. Αρχίζει με το «Νυν εδοξάσθη ο υιός του ανθρώπου και ο Θεός εδοξάσθη εν αυτώ» (Ιωάν.13:31). Τα παθήματα που θα ακολουθήσουν και η ταπείνωση θα είναι η δόξα του Υιού και συνάμα αυτή θα είναι η δόξα του Πατέρα. Οι αλήθειες και οι ηθικές ιδέες της ομιλίας την καθιστούν πραγματικά μοναδική. Η τρυφερότητα προς τους μαθητές Του είναι έκδηλη, τους αποκαλεί «τεκνία». Κύριο χαρακτηριστικό της ομιλίας είναι η προτροπή για ενότητα και αγάπη μεταξύ των μαθητών και κατ’ επέκταση όλων των ανθρώπων. «Εντολήν καινήν δίδωμι υμίν ίνα αγαπάτε αλλήλους» (Ιωάν.13:3) και «Ειρήνην αφίημι υμίν, ειρήνην την εμήν δίδωμι υμίν» (Ιωάν.14:27).

Στη συνέχεια ένιψε τα πόδια των Μαθητών του και το γεγονός αυτό της νίψεως των ποδιών των Μαθητών από τον Κύριο λέγεται στην εκκλησιαστική γλώσσα «Νιπτήρ». Ο Νιπτήρ μας διδάσκει ότι πρέπει να εκδηλώνουμε την αγάπη μας προς τους άλλους ανθρώπους με ταπεινοφροσύνη. Η Εκκλησία, θέλοντας να μας δείξει τη σημασία του γεγονότος αυτού, όρισε την ανάμνησή του την ημέρα αυτή.

Τότε, ο Κύριος αποσύρεται στο όρος των Ελαιών, όπου μόνος του προσεύχεται γονατιστός και ο ιδρώτας του σαν κόμβοι πηκτού αίματος, πέφτουν στη γη. Προσεύχεται στον Ουράνιο Πατέρα για την ενότητα των μαθητών Του. Δεν εύχεται να τους άρει από τον κόσμο, αλλά να τους διαφυλάξει από τον πονηρό και τα έργα του. Είναι η περίφημη αρχιερατική προσευχή του Κυρίου.

Μόλις τελειώνει την προσευχή, φτάνει ο Ιούδας με τους στρατιώτες και πολύ όχλο. Αφού φίλησε τον Κύριο στο πρόσωπο, τον παραδίδει. Συλλαμβάνεται λοιπόν ο Ιησούς και οδηγείται δεμένος στους Αρχιερείς Άννα και Καϊάφα. Οι Μαθητές σκορπίζονται και ο θερμόαιμος Πέτρος, που τον είχε ακολουθήσει μέχρι την αρχιερατική αυλή, τον αρνείται και αυτός λίγο πριν αλέκτωρ λαλήσει τρεις φορές.

Ο Κύριος οδηγείται μπροστά στο παράνομο συνέδριο και εξετάζεται για τους Μαθητές του και τη διδασκαλία του. Εξορκίζεται στον Θεό να πει αν ο ίδιος είναι πράγματι ο Χριστός και λέγοντας την αλήθεια, κρίνεται ένοχος θανάτου, επειδή δήθεν βλαστήμησε. Στη συνέχεια τον φτύνουν στο πρόσωπο, τον χαστουκίζουν και τον εμπαίζουν με κάθε τρόπο όλη τη νύχτα μέχρι το πρωί.



Κοντάκιον

« Τὸν ἄρτον λαβών, εἰς χείρας ὁ προδότης, κρυφίως αὐτάς, ἐκτείνει καὶ λαμβάνει, τὴν τιμὴν τοῦ πλάσαντος, ταὶς οἰκείαις χερσὶ τὸν ἄνθρωπον, καὶ ἀδιόρθωτος ἔμεινεν, Ἰούδας ὁ δοῦλος καὶ δόλιος».

«Αφού ο προδότης πήρε τον Άρτο στα χέρια του, (μετά από λίγο) τα απλώνει κρυφά και παίρνει το αντίτιμο (για να παραδώσει) Εκείνον που με τα δικά του χέρια έπλασε τον άνθρωπο. Κι (έτσι) έμεινε αδιόρθωτος ο Ιούδας, ο δούλος στα πάθη του) και δόλιος».



Ὁ Οἶκος


«Τὴ μυστικὴ ἐν φόβῳ τραπέζη, προσεγγίσαντες πάντες, καθαραῖς ταὶς ψυχαίς, τὸν ἄρτον ὑποδεξώμεθα, συμπαραμένοντες τῶ Δεσπότη, ἵνα ἴδωμεν τοὺς πόδας πῶς ἀπονίπτει τῶν Μαθητῶν, καὶ ἐκμάσσει τῶ λεντίω, καὶ ποιήσωμεν ὥσπερ κατίδωμεν, ἀλλήλοις ὑποταγέντες, καὶ ἀλλήλων τοὺς πόδας ἐκπλύνοντες, αὐτὸς γὰρ ὁ Χριστὸς οὕτως ἐκέλευσε, τοὶς αὐτοῦ Μαθηταῖς ὡς προέφησεν, ἀλλ' οὐκ ἤκουσεν, Ἰούδας ὁ δοῦλος καὶ δόλιος».

«Αφού με φόβο πλησιάσαμε όλοι το μυστικό Τραπέζι, ας υποδεχθούμε με καθαρές καρδιές τον Άρτο, παραμένοντας μαζί με τον Δεσπότη Χριστό. Για να δούμε πως πλένει τα πόδια των μαθητών και τα σκουπίζει με την ποδιά. Και για να πράξουμε κι εμείς όπως ακριβώς είδαμε καλά να πράττει ο Κύριος). Δηλαδή αφού υποταχθούμε ο ένας στον άλλο, και αφού πλένουμε ο ένας τα πόδια του άλλου. Γιατί κι ο Ίδιος ο Χριστός έτσι διέταξε τους μαθητές του, όπως τους το είχε από νωρίτερα πει. Αλλά τίποτε απ’ αυτά δεν πρόσεξε ο Ιούδας, ο δούλος στα πάθη του) και δόλιος.».



Απολυτίκιον. Ήχος πλ. δ΄


«Ὅτε οἱ ἔνδοξοι Μαθηταί, ἐν τῷ νιπτήρι τοῦ Δείπνου ἐφωτίζοντο, τότε Ἰούδας ὁ δυσσεβής, φιλαργυρίαν νοσήσας ἐσκοτίζετο, καὶ ἀνόμοις κριταῖς, σὲ τὸν δίκαιον Κριτὴν παραδίδωσι. Βλέπε χρημάτων ἐραστά, τὸν διὰ ταῦτα ἀγχόνη χρησάμενον, φεῦγε ἀκόρεστον ψυχὴν τὴν Διδασκάλω τοιαῦτα τολμήσασαν. Ὁ περὶ πάντας ἀγαθός, Κύριε δόξα σοί».



Μετάφρασις

«Την ώρα που οι δοξασμένοι μαθητές, στο μυστικό Δείπνο, καθώς τους έπλενε ο Κύριος τα πόδια, φωτίζονταν, ο ασεβής Ιούδας, άρρωστος από φιλαργυρία, βυθιζόταν στο πνευματικό σκοτάδι. Παραδίδει σε παράνομους κριτές. Εσένα το Δίκαιο Κριτή. Κοίτα καλά τον Ιούδα. Εσύ που αγαπάς πολύ τα χρήματα (και σκέψου), πως γι’ αυτά έφτασε στο κατάντημα να απαγχονισθεί. Απόφευγε την απληστία της ψυχής του Ιούδα που τόλμησε τέτοια φοβερά έργα (να κάνει) κατά του Διδασκάλου του. Δόξα σ’ Εσένα, Κύριε, που είσαι προς όλους αγαθός».



Ευαγγελικόν ανάγνωσμα:

- εις τον Όρθρον: Λουκ. 22: 1-39
- εις την Θείαν Λειτουργίαν: Ματθ. 26: 1-20, Ιωαν. 13: 3-17, Ματθ. 26: 21-39, Λουκ. 22: 43-45, Ματθ. 26: 40, 27: 2, Αποστολικόν ανάγνωσμα: Α΄ Κορινθ. 11: 23-32




>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>

ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ> Μεγάλη Τετάρτη

« Τὴ Αγία καὶ Μεγάλη Τετάρτη,
τῆς ἀλειψάσης τὸν Κύριον μύρω Πόρνης γυναικός,
μνείαν ποιεῖσθαι οἱ θειότατοι Πατέρες ἐθέσπισαν,
ὅτι πρὸ τοῦ σωτηρίου Πάθους μικρὸν τοῦτο γέγονε
».



Οι γυναίκες που άλειψαν με μύρο τον Κύριο ήταν δύο. Η μεν μία τον άλειψε πολύ καιρό πριν το Πάθος του και ήταν πόρνη, η δε άλλη λίγες μέρες πριν και ήταν φρόνιμη και ενάρετη. Αυτού του ευλαβικού έργου τη μνήμη επιτελεί η Εκκλησία, αναφέροντας συγχρόνως και την προδοσία του Ιούδα.


Το πολύτιμο εκείνο μύρο, που η γυναίκα εκείνη άλειψε το κεφάλι και τα πόδια του Ιησού, και στη συνέχεια το σκούπισε με τις τρίχες της κεφαλής της, εκτιμήθηκε 300 δηνάρια. Απ’ τους Μαθητές, ο φιλάργυρος Ιούδας δήθεν σκανδαλίζεται, για την απώλεια τέτοιου μύρου.

Ο Ιησούς του κάνει παρατήρηση να μην ενοχλεί την γυναίκα. Τότε ο Ιούδας πηγαίνει στους αρχιερείς, που ήταν συγκεντρωμένοι στην αυλή του Καϊάφα και έκαναν ήδη συμβούλιο προκειμένου να θανατώσουν τον Ιησού. Και συμφωνεί μαζί τους την προδοσία του διδασκάλου για 30 αργύρια και από τότε ζητούσε ευκαιρία να τον προδώσει.

Να σημειώσουμε εδώ ότι, από το γεγονός αυτό της προδοσίας καθιερώθηκε και η νηστεία της Τετάρτης, ακόμα από τα αποστολικά χρόνια.

Οι συνοδοιπόροι του πάθους του Χριστού μας πιστοί καλούμαστε αυτή την ιερή ημέρα να τιμήσουμε την έμπρακτη και ειλικρινή μετάνοια της πρώην πόρνης γυναικός, η οποία έγινε συνώνυμη με την συντριβή και την αλλαγή ζωής.

Ο Χριστός, εγκαινίασε μια νέα αντίληψη για τον αμαρτωλό άνθρωπο, εντελώς διάφορη από εκείνη της ιουδαϊκής κοινωνίας. Δεν είναι ο αμαρτωλός άνθρωπος μιασμένος από τη φύση του, αλλά ένας πνευματικά ασθενής, ο οποίος χρειάζεται βοήθεια. Έθεσε ως αντίδοτο της πνευματικής ασθένειας τη μετάνοια, η οποία είναι ο ισχυρότατος εκείνος μοχλός, ο οποίος γκρεμίζει το οικοδόμημα της αμαρτίας και αναγεννά τον άνθρωπο. Δια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού παρήλθε ανεπιστρεπτί το καθεστώς του νόμου και της μισθαποδοσίας, και ανέτειλε η εποχή της χάρητος και του ελέους.

Η αφιέρωση της ημέρας αυτής στην μακάρια πρώην πόρνη γυναίκα έγινε σκόπιμα από τους Αγίους Πατέρες. Η μορφή της προβάλλει ως φωτεινό ορόσημο καταμεσής στην οδοιπορία προς το Θείο Πάθος για να δείξει και σε μας πως αν δεν συντριβούμε, σαν και εκείνη, και δεν δείξουμε έμπρακτη μετάνοια δεν μπορούμε να ακολουθήσουμε το Χριστό στο Πάθος και την Ανάσταση.

Η Αγία μας Εκκλησία θέσπισε τη μετάνοια ως ύψιστη δωρεά η οποία ανανεώνει την ουρανοδρόμο πορεία μας προς το Χριστό και την τελείωσή μας. Καλός χριστιανός δεν είναι εκείνος, ο οποίος γεμάτο κομπασμό και εγωιστική αυτάρκεια, ισχυρίζεται ότι έφτασε σε επίπεδο αγιότητας και δεν χρειάζεται πια άλλο αγώνα, αλλά ο διατελών σε διαρκή μετάνοια.



Κοντάκιον Ἦχος β'


« Ὑπὲρ τὴν Πόρνην Ἀγαθὲ ἀνομησας, δακρύων ὄμβρους οὐδαμῶς σοὶ προσήξα, ἀλλὰ σιγὴ δεόμενος προσπίπτω σοί, πόθω ἀσπαζόμενος, τοὺς ἀχράντους σου πόδας, ὅπως μοὶ τὴν ἄφεσιν, ὡς Δεσπότης παράσχης, τῶν ὀφλημάτων κράζοντι Σωτήρ. Ἐκ τοῦ βορβόρου τῶν ἔργων μου ῥύσαί με».

«Αν και αμάρτησα, Πανάγαθε Κύριε, περισσότερο κι από την πόρνη, καθόλου δεν πρόσφερα σ’ Εσένα βροχή από δάκρυα μετανοίας. Όμως, γονατιστός μπροστά Σου και φιλώντας με πόθο τα αμόλυντα πόδια Σου, σιωπηλά Σε ικετεύω να δώσεις, ως Θεός που είσαι, τη συγχώρεση των αμαρτιών σ’ εμένα που (με πόνο) κράζω: Σωτήρα μου, λύτρωσέ με απ’ το βόρβορο των αμαρτωλών μου έργων».



Ὁ Οἶκος

«Ἡ πρώην ἄσωτος Γυνή, ἐξαίφνης σώφρων ὤφθη, μισήσασα τὰ ἔργα, τῆς αἰσχρᾶς ἁμαρτίας, καὶ ἡδονὰς τοῦ σώματος, διενθυμουμένη τὴν αἰσχύνην τὴν πολλήν, καὶ κρίσιν τῆς κολάσεως, ἣν ὑποστῶσι πόρνοι καὶ ἄσωτοι, ὧν πὲρ πρῶτος πέλω, καὶ πτοοῦμαι, ἀλλ' ἐμμένω τὴ φαύλη συνηθεία ὁ ἄφρων, ἡ Πόρνη δὲ γυνή, καὶ πτοηθεῖσα, καὶ σπουδάσασα ταχύ, ἦλθε βοῶσα πρὸς τὸν Λυτρωτήν. Φιλάνθρωπε καὶ οἰκτίρμον, ἐκ τοῦ βορβόρου τῶν ἔργων μου ῥύσαί με».

«Η γυναίκα εκείνη που μέχρι τότε ήταν άσωτη, ξαφνικά παρουσιάστηκε αγνή με το να μισήσει τα έργα της αισχρής αμαρτίας και τις ηδονές του σώματος και ταυτόχρονα με το να θυμηθεί τη μεγάλη ντροπή και την καταδίκη της κολάσεως που περιμένει τους πόρνους και τους άσωτους. Ανάμεσα σ’ αυτούς πρώτος είμαι εγώ και (γι’ αυτό) τρέμω. Αλλά παρόλα αυτά μένω ο άμυαλος προσκολλημένος στην πονηρή μου συνήθεια. Όμως εκείνη η αμαρτωλή γυναίκα φοβήθηκε και φρόντισε γρήγορα να τρέξει στο Λυτρωτή και να του φωνάξει: Φιλάνθρωπε και σπλαχνικέ Κύριε, λύτρωσέ με από το βόρβορο των έργων μου».




Ευαγγελική περικοπή εις τον Όρθρο (Ιωαν. 12: 17-50)



«17 Ἐμαρτύρει οὖν ὁ ὄχλος ὁ ὢν μετ' αὐτοῦ ὅτε τὸν Λάζαρον ἐφώνησεν ἐκ τοῦ μνημείου καὶ ἤγειρεν αὐτὸν ἐκ νεκρῶν. 18 διὰ τοῦτο καὶ ὑπήντησεν αὐτῷ ὁ ὄχλος, ὅτι ἤκουσαν τοῦτο αὐτὸν πεποιηκέναι τὸ σημεῖον. 19 οἱ οὖν Φαρισαῖοι εἶπον πρὸς ἑαυτούς· Θεωρεῖτε ὅτι οὐκ ὠφελεῖτε οὐδέν; ἴδε ὁ κόσμος ὀπίσω αὐτοῦ ἀπῆλθεν. 20 Ἦσαν δὲ τινες Ἕλληνες ἐκ τῶν ἀναβαινόντων ἵνα προσκυνήσωσιν ἐν τῇ ἑορτῇ. 21 οὗτοι οὖν προσῆλθον Φιλίππῳ τῷ ἀπὸ Βηθσαϊδὰ τῆς Γαλιλαίας, καὶ ἠρώτων αὐτὸν λέγοντες· Κύριε, θέλομεν τὸν Ἰησοῦν ἰδεῖν. 22 ἔρχεται Φίλιππος καὶ λέγει τῷ Ἀνδρέᾳ, καὶ πάλιν Ἀνδρέας καὶ Φίλιππος καὶ λέγουσι τῷ Ἰησοῦ· 23 ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀπεκρίνατο αὐτοῖς λέγων· Ἐλήλυθεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου. 24 ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν μὴ ὁ κόκκος τοῦ σίτου πεσὼν εἰς τὴν γῆν ἀποθάνῃ, αὐτὸς μόνος μένει· ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ, πολὺν καρπὸν φέρει. 25 ὁ φιλῶν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἀπολέσει αὐτήν, καὶ ὁ μισῶν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ, εἰς ζωὴν αἰώνιον φυλάξει αὐτήν. 26 ἐὰν ἐμοί διακονῇ τις, ἐμοὶ ἀκολουθείτω, καὶ ὅπου εἰμὶ ἐγὼ, ἐκεῖ καὶ ὁ διάκονος ὁ ἐμὸς ἔσται· καὶ ἐάν τις ἐμοὶ διακονῇ, τιμήσει αὐτὸν ὁ πατήρ. 27 Νῦν ἡ ψυχή μου τετάρακται, καὶ τί εἴπω; Πάτερ, σῶσόν με ἐκ τῆς ὥρας ταύτης. ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἦλθον εἰς τὴν ὥραν ταύτην. 28 πάτερ, δόξασόν σου τὸ ὄνομα. ἦλθεν οὖν φωνὴ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ· Καὶ ἐδόξασα καὶ πάλιν δοξάσω. 29 ὁ οὖν ὄχλος ὁ ἑστὼς καὶ ἀκούσας ἔλεγε βροντὴν γεγονέναι· ἄλλοι ἔλεγον· Ἄγγελος αὐτῷ λελάληκεν. 30 ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπεν· Οὐ δι' ἐμὲ αὕτη ἡ φωνὴ γέγονεν, ἀλλὰ δι' ὑμᾶς. 31 νῦν κρίσις ἐστὶ τοῦ κόσμου τούτου, νῦν ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου ἐκβληθήσεται ἔξω· 32 κἀγὼ ἐὰν ὑψωθῶ ἐκ τῆς γῆς, πάντας ἑλκύσω πρὸς ἐμαυτόν. 33 τοῦτο δὲ ἔλεγεν σημαίνων ποίῳ θανάτῳ ἤμελλεν ἀποθνήσκειν. 34 ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ὄχλος· Ἡμεῖς ἠκούσαμεν ἐκ τοῦ νόμου ὅτι ὁ Χριστὸς μένει εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ πῶς σὺ λέγεις, δεῖ ὑψωθῆναι τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου; τίς ἐστιν οὗτος ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου; 35 εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Ἔτι μικρὸν χρόνον τὸ φῶς μεθ' ὑμῶν ἐστι· περιπατεῖτε ἕως τὸ φῶς ἔχετε, ἵνα μὴ σκοτία ὑμᾶς καταλάβῃ· καὶ ὁ περιπατῶν ἐν τῇ σκοτίᾳ οὐκ οἶδεν ποῦ ὑπάγει. 36 ἕως τὸ φῶς ἔχετε, πιστεύετε εἰς τὸ φῶς ἵνα υἱοὶ φωτὸς γένησθε. Ταῦτα ἐλάλησεν Ἰησοῦς, καὶ ἀπελθὼν ἐκρύβη ἀπ' αὐτῶν. 37 Τοσαῦτα δὲ αὐτοῦ σημεῖα πεποιηκότος ἔμπροσθεν αὐτῶν οὐκ ἐπίστευον εἰς αὐτόν, 38 ἵνα ὁ λόγος Ἡσαΐου τοῦ προφήτου πληρωθῇ ὃν εἶπε· Κύριε, τίς ἐπίστευσε τῇ ἀκοῇ ἡμῶν; καὶ ὁ βραχίων Κυρίου τίνι ἀπεκαλύφθη; 39 διὰ τοῦτο οὐκ ἠδύναντο πιστεύειν, ὅτι πάλιν εἶπεν Ἡσαΐας· 40 Τετύφλωκεν αὐτῶν τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ πεπώρωκεν αὐτῶν τὴν καρδίαν, ἵνα μὴ ἴδωσι τοῖς ὀφθαλμοῖς καὶ νοήσωσι τῇ καρδίᾳ καὶ ἐπιστραφῶσι, καὶ ἰάσομαι αὐτούς. 41 ταῦτα εἶπεν Ἡσαΐας ὅτε εἶδεν τὴν δόξαν αὐτοῦ καὶ ἐλάλησε περὶ αὐτοῦ. 42 ὅμως μέντοι καὶ ἐκ τῶν ἀρχόντων πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν, ἀλλὰ διὰ τοὺς Φαρισαίους οὐχ ὡμολόγουν, ἵνα μὴ ἀποσυνάγωγοι γένωνται· 43 ἠγάπησαν γὰρ τὴν δόξαν τῶν ἀνθρώπων μᾶλλον ἤπερ τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ. 44 Ἰησοῦς δὲ ἔκραξε καὶ εἶπεν· Ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ πιστεύει εἰς ἐμὲ, ἀλλ' εἰς τὸν πέμψαντά με, 45 καὶ ὁ θεωρῶν ἐμὲ θεωρεῖ τὸν πέμψαντά με. 46 ἐγὼ φῶς εἰς τὸν κόσμον ἐλήλυθα, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ ἐν τῇ σκοτίᾳ μὴ μείνῃ. 47 καὶ ἐάν τίς μου ἀκούσῃ τῶν ῥημάτων καὶ μὴ πιστεύσῃ, ἐγὼ οὐ κρίνω αὐτόν· οὐ γὰρ ἦλθον ἵνα κρίνω τὸν κόσμον, ἀλλ' ἵνα σώσω τὸν κόσμον. 48 ὁ ἀθετῶν ἐμὲ καὶ μὴ λαμβάνων τὰ ῥήματά μου, ἔχει τὸν κρίνοντα αὐτόν· ὁ λόγος ὃν ἐλάλησα, ἐκεῖνος κρινεῖ αὐτὸν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ· 49 ὅτι ἐγὼ ἐξ ἐμαυτοῦ οὐκ ἐλάλησα, ἀλλ' ὁ πέμψας με πατὴρ αὐτός μοι ἐντολὴν ἔδωκε τί εἴπω καὶ τί λαλήσω· 50 καὶ οἶδα ὅτι ἡ ἐντολὴ αὐτοῦ ζωὴ αἰώνιός ἐστιν. ἃ οὖν λαλῶ ἐγὼ, καθὼς εἴρηκέ μοι ὁ πατήρ, οὕτω λαλῶ».




Απολυτίκιον. Ήχος πλ. δ΄



«Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός,
καὶ μακάριος ὁ δοῦλος, ὃν εὑρήσει γρηγοροῦντα,
ἀνάξιος δὲ πάλιν, ὃν εὑρήσει ῥαθυμοῦντα.
Βλέπε οὖν ψυχή μου, μὴ τῶ ὕπνω κατενεχθής,
ἵνα μῄ τῶ θανάτω παραδοθής,
καὶ τῆς βασιλείας ἔξω κλεισθής,
ἀλλὰ ἀνάνηψον κράζουσα.
Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος εἶ ὁ Θεός,
διὰ τῆς Θεοτόκου ἐλέησον ἡμᾶς».



Μετάφρασις


«Ο Χριστός, ο Νυμφίος (της Εκκλησίας)
να, έρχεται ξαφνικά μέσα στην νύχτα.
Μακάριος αυτός που αγρυπνεί και τον περιμένει.
Αντίθετα, είναι ανάξιος εκείνος
που θα τον εύρει ράθυμο και αμελή.
Πρόσεχε, λοιπόν, ψυχή μου,
μη τυχόν και καταληφθείς από τον (πνευματικό) ύπνο,
για να μην παραδοθείς στον πνευματικό θάνατο,
Κι έτσι κλειστείς έξω από την (ουράνια) βασιλεία.
αλλά φρόντισε να συνέλθεις και φώναξε δυνατά:
Άγιος, άγιος, άγιος είσαι Εσύ ο Θεός μας.
δια της Θεοτόκου ελέησέ μας»



>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>