Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 6 Απριλίου 2010

Το Μυστήριον > ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΣ


Θεολογική Προσέγγιση καί Λειτουργική Πράξη





Προλογικό


Οἱ σκέψεις πού ἀκολουθοῦν δέν φιλοδοξοῦν καί δέν ἀξιώνουν νά καλύψουν, πλήρως τό θέμα. Αὐτό δέν εἶναι δυνατό. Ὁ ἀνθρώπινος λόγος δέν μπορεῖ, καί δέν φθάνει, νά ἀποδώση τήν θεϊκή πληρότητα τοῦ συνεχοῦς θαύματος. Οἱ σκέψεις αὐτές ἀποτελοῦν ἁπλῶς μιά σκιαγράφηση τῆς ὀρθοδόξου πατερικῆς διδασκαλίας καί παραδόσεως περί τοῦ μυστηρίου καί ἐπιδιώκουν, προσεγγίζοντας τήν λειτουργική μας ἐμπειρία καί εὐαισθησία, νά δώσουν ἀφορμές γιά περαιτέρω προβληματισμό, ἀφοῦ τό ζητούμενο εἶναι ἡ θεωρία τῆς ἐκκλησιατικῆς λατρείας.

Ἡ λειτουργική μας ἔκφραση καί κατάσταση σήμερα, φαίνεται νά πάσχη ἀπό μιά βαθειά κρίση. Ὄχι ἡ λατρεία καθ' ἑαυτή, - διότι ἡ ὀρθόδοξη λατρεία, στό βάθος της, παρέμεινε αὐτό πού ἦταν πάντα - ἀλλά ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο κατανοοῦμε τήν λατρεία καί ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ὁ κόσμος τήν χρησιμοποιεῖ ἔχει, ὁμολογουμένως, ἀλλάξει βαθειά. Μεταξύ τοῦ σκοποῦ τῆς λατρείας καί τῆς κατανοησής της ὑπάρχει σήμερα μιά διαφορά, ἕνα χάσμα.

Τό οὐσιαστικό εἶναι νά ὑπάρξη ἕνας γόνιμος ἐσωτερικός προσωπικός προβληματισμός, ἐάν, μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, γνωρίσουμε καί συνειδητοποιήσουμε τί συμβαίνει στήν Ἐκκλησία τήν ὥρα τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Ποιά πραγματικότητα φανερώνεται καί δίδεται σέ μᾶς ἀπό αὐτό τό μυστήριο τῶν μυστηρίων; Γιατί, μόνον ὅταν τίθεται αὐτό τό ἐρώτημα, μποροῦμε νά κατανοήσουμε, ὅτι ἐκεῖνο πού ζωντανεύει τά σιωπηλά κείμενα εἶναι ἡ ἐσωτερική μνήμη τῆς Ἐκκλησίας.




Κρίναμε σκόπιμο νά χωρίσουμε τήν εἰσήγησή μας σέ ἐπί μέρους θεματικές ἑνότητες, στίς ὁποῖες, κατά τήν ταπεινή μας ἄποψη, ἐμφαίνεται, γενικά ἡ προβληματική τοῦ σήμερα, καί οἱ ὁποῖες ἀφοροῦν:




1) Τήν σχέση Ἐκκλησίας καί Θείας Εὐχαριστίας.

2) Τήν ἐσχατολογική κατεύθυνση τῆς Θείας Λειτουργίας.

3) Τήν σχέση Δόγματος καί Θείας Εὐχαριστίας.

4) Τά τελούμενα κατά τήν Θεία Λατρεία, μέ ἰδιαίτερη ἀναφορά στό ζήτημα τῆς ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν καί τοῦ κηρύγματος.



1. Ἐκκλησία καί Εὐχαριστία.

Σέ κάθε Θεία Λειτουργία δέν ἔχουμε μιά ἐξωτερική ἀναπαράσταση ἤ μιά ἐπανάληψη, γιατί ἡ σταυρική θυσία ἅπαξ ἐτελέσθη, καί γι' αὐτό δέν ἐπαναλαμβάνεται, ἀλλά ἔχουμε συνέχεια καί μετοχή στήν μία καί μοναδική θυσία τοῦ Χριστοῦ . Δέν εἶναι μιά νέα θυσία, ἀλλά πάντα ἡ ἴδια, αὐτή πού ὁ Χριστός μᾶς ἔδωσε καί μέσα στήν ὁποία μᾶς ἔχει περιλάβει. Αὐτή ἡ πραγματικότητα ἐκφράζεται στήν εὐχή τοῦ Χερουβικοῦ Ὕμνου: "Σύ εἶ ὁ προσφέρων καί προσφερόμενος, καί προσδεχόμενος καί διαδιδόμενος....". Προσφέρουμε, λοιπόν, τήν Θεία Εὐχαριστία, ὄχι γιατί ὁ Θεός τήν χρειάζεται, ἀλλά γιατί ἡ θυσία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ οὐσία καί ἡ προϋπόθεση τῆς ἰδικῆς μας ὑπάρξεως ἐν Αὐτῷ. Αὐτός εἶναι ὁ μόνος τρόπος οὐσιαστικῆς ἀνακαινίσεως τοῦ κόσμου. Διότι μόνο ἡ εὐχαριστιακή κοινότητα, ἡ ὁποία μεταμορφώνεται στήν Θεία Εὐχαριστία, εἶναι δυνατόν καί νά μεταμορφώση ἀληθινά τόν κόσμο.

Ἡ κοινωνία, μέσα στήν ὁποία ἀποκαθίσταται ἡ θεανθρώπινη ἕνωση καί ἀναπλάσσεται ἡ πεσοῦσα ἀνθρώπινη φύση, τελεῖται στό Σῶμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Μέ τό ἀφετηριακό καί μέγιστο χάρισμα τοῦ Βαπτίσματος εἰσέρχεται ὁ ἄνθρωπος στήν πραγματικότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας. Ὅσοι ἑνώνονται μέ τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, στήν Ἐκκλησία, ἐπανέρχονται στήν θεανθρώπινη κοινωνία, ἐπανευρίσκουν τήν χαμένη στόν Παράδεισο οἰκογένειά τους, ἀντικρύζουν τόν Θεό Πατέρα τους καί τούς ἄλλους ἀνθρώπους ἀδελφούς τους, μετέχουν στήν ἀναπνοή τοῦ σώματος πού εἶναι ἡ προσευχή τῆς Ἐκκλησίας, συντονίζονται μέ τήν προσευχή τῶν ἁγίων, προσεύχονται μέ τίς προσευχές τῶν ἁγίων, ἀγωνίζονται νά καταστείλουν τήν ἀνταρσία τῆς ἁμαρτωλῆς του φύσης μέ τούς κανόνες καί τούς ὅρους τῆς ἄσκησης τῶν ἁγίων, συντονισμένοι χρονικά καί τροπικά μέ τό σύνολο ἐκκλησιαστικό σῶμα, τρέφονται ἀπό τό ποτήριο τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μέ τήν τροφή τῶν μαρτύρων καί ὁμολογητῶν, τό δώρημα τοῦ σώματος καί τοῦ αἵματος του Χριστοῦ, τόν ἄρτο καί τόν οἶνο πού ἑνώνει γῆ καί οὐρανό.

Ὅμως ἡ μετοχή τῆς ζωοποιοῦ ἐνέργειας τοῦ ἁγίου Πνεύματος δέν εἶναι ἐφ' ἅπαξ ἐγγυημένη διά τοῦ Βαπτίσματος. Ὁ ἄνθρωπος γίνεται μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, κοινωνός τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας, ὄχι μέ τήν διανοητική ἀποδοχή "ἀρχῶν" καί " ἀξιωμάτων" ἀλλά μέ τήν καθολική αὐτοπροσφορά του στήν ἀντιπροσφερόμενη Χάρη τοῦ Θεοῦ. Μόνο μέ τόν ἀγώνα γιά τήν τελείωση μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά μετέχη τῆς ἀφθαρτοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Γι' αὐτό σέ κάθε Θεία Λειτουργία οἱ εἰρηνεύοντες μεταξύ τους, μέ ἀγάπη, πιστοί ἐπικαλοῦνται τόν Θεό, γιά νά μορφώση σέ αὐτούς, δια τῶν Τιμίων Δώρων, τόν Χριστό διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. "Σπουδάζετε οὖν πυκνότερον συνέρχεσθαι εἰς εὐχαριστίαν καί εἰς δόξαν. Ὅταν γάρ πυκνῶς ἐπί τό αὐτό γίνεσθε, καθαιροῦνται αἱ δυνάμεις τοῦ Σατανᾶ καί λύεται ὁ ὄλεθρος αὐτοῦ ἐν τῇ ὁμονοίᾳ ὑμῶν τῆς πίστεως" .

Στήν Θεία Εὐχαριστία, τήν "συγκεφαλαίωση τῆς ὅλης Θείας Οἰκονομίας", πραγματοποιεῖται ἡ Ἐκκλησία ὡς Σῶμα Χριστοῦ καί κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί συγχρόνως ἀποκαλύπτεται ἡ φύση καί ὁ χαρακτήρας τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας, ὡς μυστηρίου θεανθρωπίνης κοινωνίας. Ἡ Θεία Λειτουργία συνιστᾶ καί ἐκφράζει αὐτό τοῦτο τό εἶναι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἐφ' ὅσον αὐτό τοῦτο τό εἶναι τῆς Ἐκκλησίας εἶναι λειτουργικό καί αὐτή ἡ ζωή της εἶναι εὐχαριστιακή. "Νῦν αἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν σύν ἡμῖν ἀοράτως λατρεύουσι . Ὁ κόσμος προσφέρεται στόν Θεό καί καθίσται τοῦ Θεοῦ. "Τά Σά ἐκ τῶν Σῶν Σοί προσφέρομεν..." . " Ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο καί ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν". Ὁ ἄρτος καί ὁ οἶνος πού προσφέρουμε στόν Θεό συνοψίζουν καί περιλαμβάνουν ὅλη τήν ζωή μας καί ὅλο τόν κόσμο μας. Ἀλλά καί ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἐν μετανοίᾳ μετέχει τῆς Εὐχαριστίας καθίσταται καθολικός ἄνθρωπος, δηλαδή ἄνθρωπος πού ὑπερβαίνει τήν διάσπαση καί τήν μερικότητα διά τῆς μετοχῆς του στήν καθολική Ἀλήθεια καί Ζωή. Τώρα μποροῦμε νά κατανοήσουμε "γιατί δέν εἶναι ἡ Ἐκκλησία πού ὑπάρχει γιά τήν Θεία Λειτουργία. Εἶναι ἡ Θεία Εὐχαριστία, ἡ ὁποία μέ ὅλη τήν σημασία τῆς λέξεως, καθιστᾶ τήν Ἐκκλησία αὐτό πού πραγματικά εἶναι" . Νά γιατί χωρίς τήν Θεία Εὐχαριστία δέν θά ὑπῆρχε Ἐκκλησία. Νά γιατί αὐτό τό ὁποῖο πρέπει νά μᾶς προβληματίση εἶναι τό γεγονός, ὅτι σήμερα ἡ λατρεία δέν κατανοεῖται πλέον ὡς κατ' ἐξοχήν λειτουργία, ἔκφραση καί ἐκπλήρωση τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ἀντίθετα, ἡ Ἐκκλησία ἐκλαμβάνεται ἁπλά ὡς τελετουργός τῆς λατρείας.


1.2. Ἡ ἐξατομίκευση-Ὑπάρχει δημόσια ἤ ἰδιωτική λατρεία;


Ἕνα ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς λειτουργικῆς ἀντιλήψεως, τό ὁποῖο ὁδηγεῖ σέ μιά σειρά ἀπό ἀλλαγές μέ ἀρνητικές συνέπειες γιά τήν λειτουργική ἐξέλιξη καί τήν πνευματικότητα, εἶναι τό φαινόμενο τῆς ἐξατομίκευσης τῆς Θείας Λειτουργίας, τό γεγονός δηλαδή, ὅτι ἡ ἐμπειρία τῆς λατρείας ἔχει παύσει νά εἶναι μιά ἀπό κοινοῦ λειτουργική πράξη. Εἶναι τουλάχιστον στή συνείδηση ἀρκετῶν, μιά συνάθροιση ἀτόμων πού ἔρχονται στήν Ἐκκλησία, παρίστανται στήν λατρεία μέ σκοπό νά ἱκανοποιήσουν μεμονωμένα τίς ἀτομικές τους θρησκευτικές ἀνάγκες καί ὄχι γιά νά συστήσουν καί νά ἀποτελέσουν τήν Ἐκκλησία.

Σκοπός τῆς ὑπάρξεως τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ σωτηρία διά τῆς τελειώσεως μέσα ἀπό τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τούς ἀδελφούς μας. Τό ἱστορικό γεγονός τῆς ἐνανθρώπισης τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύπτει καταρχήν τόν ἄρχονο τρόπο τῆς θείας ζωῆς πού εἶναι ἡ ἀγάπη (Α´ Ἰωαν. 4. 8), ἡ ἀγάπη ὄχι σάν ἠθική ἰδιότητα (ἰδιότητα συμπεριφορᾶς), ἀλλά ὡς ὀντολογική πραγματικότητα πού θά πῆ: ὑπαρκτική ἀλήθεια, ἀλήθεια ἑνότητας, κοινωνίας καί σχέσης. Προσλαβμάνουμε τόν κόσμο, ὑπό τά εἴδη τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου, ὡς Λόγο ἔνσαρκο τοῦ Θεοῦ· ἀποδεχόμαστε τή ζωή, τήν "ἐν σαρκί" ζωή τοῦ κόσμου τούτου, ὄχι ὡς αὐτονομημένη ἀτομική ἐπιβίωση, ἀλλά ὡς μυστήριο ἑνότητος σαρκός καί Θεότητος. Κοινωνοῦμε τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ καί μετέχουμε στήν ζωή τῆς Τριάδος, τήν ὄντως ζωή. Ὁ ἄνθρωπος γίνεται ὁ ἱερουργός τῆς εὐχαριστιακῆς ἑνότητας τοῦ κόσμου. Ἡ ζωή τῆς Εὐχαριστίας μπορεῖ νά προσλάβη ἀκόμη καί τόν θάνατο τοῦ ἀνθρώπου, νά ἐγκεντρίση τό θάνατο στή ζωή. Αὐτή ἡ πρόσληψη καί ὁ ἐγκεντρισμός τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ θανάτου στήν ζωή τῆς κοινωνίας μέ τόν Θεό εἶναι ὁ καινούργιος τρόπος ὑπάρξεως πού ἐνσαρκώνει ἡ Ἐκκλησία, εἶναι τό ὑπαρκτό γεγονός τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας, ὅπως φανερώνεται κάθε φορά στήν εὐχαριστιακή σύναξη.

Τό πρόβλημα τῆς δυτικῆς θεολογίας, ἄν δηλαδή ἡ σωτηρία ἐπιτυγχάνεται με τήν πίστη μόνο ἤ μέ ἀξιόμισθα ἔργα, εἶναι ἄγνωστο στήν ὀρθόδοξη διδασκαλία. Ὁ ἰσχυρισμός δέ τῶν Προτεσταντῶν, ὅτι κάθε ἕνας πιστός ἔχει μέ τόν Θεό ἰδιωτικές σχέσεις καί δέν ἔχει, κατά συνέπεια, ἀνάγκη ἄλλων πρός ἐπίτευξη ὀρθῆς σχέσεως μέ τόν Χριστό, εἶναι ἀπό καθαρά εὐαγγελική ἄποψη ἀβάσιμος. Ἡ ἐκδοχή αὐτή περί σωτηρίας εἶναι προϊόν μιᾶς εὐδαιμονιστικῆς καί ἰδιοτελοῦς νοοτροπίας, εἶναι τό ἄγχος τοῦ ἀνθρώπου τῆς αὐγουστίνειας καί προτεσταντικῆς αὐτοσυνειδησίας.

Θά πρέπει νά ἀπαλλαγοῦμε ἀπό τήν ἰδέα, ὅτι ὑπάρχουν δύο λατρεῖες στήν Ἐκκλησία, μιά δημόσια καί μιά ἰδιωτική. Ἡ ἀρχαία ἀντίληψη τῆς Ἐκκλησίας περί Εὐχαριστίας ἀντιμετωπίζει τό μυστήριο τῆς Θείας Λειτουργίας ὄχι σάν ἀντικείμενο ἤ σάν κείμενο, σάν πράγμα καί σάν μέσο ἐκδηλώσεως τῆς εὐσέβειάς μας ἤ ἐξυπηρετήσεως, ἀλλ' ὡς κοινή καθολική ἐκδήλωση τῆς ὅλης Ἐκκλησίας, ὡς κοινωνία τῆς ἀγάπης. Ἄς θυμηθοῦμε ἐδῶ, γιά τοῦ λόγου τό ἀληθές, τόν Ἀσπασμό τῆς εἰρήνης, πρίν τήν Ἀναφορά, καί τήν σημασία τοῦ γεγονότος τῆς ἑορτῆς, τό ὁποῖο (γεγονός) διασώζεται στόν χῶρο τῆς εὐχαριστιακῆς κοινότητος.

Ἡ Θεία Εὐχαριστία, ἡ ὁποία εἶναι, σύμφωνα μέ τήν ὁμόφωνη παράδοση, τό κέντρο ὁλόκληρης τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, καταλογογραφήθηκε ὡς ἕνα ἀπό τά μυστήρια, γιά νά καταντήση νά τελῆται πολλές φορές, ὅπως καί τά ἄλλα μυστήρια, ὡς ἰδιωτική ἀκολουθία πού ἀποσκοπεῖ στόν ἐξαγιασμό μεμονομένων χριστιανῶν καί ὄχι στήν οἰκοδομή τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ καλύτερη ἀπόδειξη αὐτοῦ εἶναι ἡ ὁλοκληρωτική παραγνώριση τῆς Θείας Κοινωνίας ὡς μιᾶς πράξεως γιά ὅλους. Ἐκεῖ πού ἡ Πρώτη Ἐκκλησία εἶδε τήν πραγματική της ἐκπλήρωση ὡς κοινωνία σέ ἕνα σῶμα, - "ἡμᾶς δέ πάντας τούς ἐκ τοῦ ἑνός ἄρτου καί τοῦ ποτηρίου μετέχοντας......", ἐρχόμαστε ἐμεῖς νά τίς θεωρήσουμε ὡς πράξεις πού ἀφήνονται ἀποκλειστικά στήν ἀτομική ἐπιθυμία ἑκάστου, τήν εὐσέβεια καί τήν προετοιμασία.

Εἶναι χαρακτηριστικό, ἐάν ἐρωτήσουμε τούς Χριστιανούς μας, γιατί πηγαίνουν τήν Κυριακή στήν Ἐκκλησία, πολλές φορές οἱ ἀπαντήσεις δέν ἔχουν καμιά σχέση μέ τήν ἀλήθεια. Δηλαδή, πρέπει νά ἔρχεσαι, σοῦ λένε, τήν Κυριακή στήν Ἐκκλησία, διότι εἶναι καθῆκον πρός τόν Θεό. Αὐτή δέν εἶναι Ὀρθοδοξία. Εἶναι ἡ ἀτομική σχέση μέ τόν Θεό.

Στό σημεῖο αὐτό θά πρέπει νά ἀναφέρουμε καί τό θέμα τῆς προσελεύσεως ἤ μή στήν Θεία Κοινωνία. Ἡ συνεχής Κοινωνία εἶναι τό ἰδεῶδες τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας. Δέν πρόκειται κάθολου γιά ὑποχρέωση. Δέν μποροῦμε, δέν ἔχουμε δικαίωμα νά τό πράξουμε, νά πιέσουμε κανέναν νά κάνη μιά πράξη ἀγάπης καί λατρείας. Πρόκειται γιά μιά ἀντικειμενική καί ξεκάθαρη διαπίστωση: ὅποιος δέν κοινωνεῖ τοποθετεῖ τόν ἑαυτό του στήν κατάσταση τῶν ξένων, πού εἶναι ἔξω ἀπό τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας. "Μηδείς πλανάσθω. Ἐάν μή τις ᾗ ἐντός τοῦ θυσιαστηρίου, ὑστερεῖται τοῦ ἄρτου τοῦ Θεοῦ.....ὁ οὖν μή ἐρχόμενος ἐπί τό αὐτό, οὗτος ἤδη περηφανεῖ καί ἑαυτόν διέκρινεν". Οἱ Ἱεροί Κανόνες εἶναι σαφέστατα κανονιστικοί γι' αὐτούς πού δέν κοινωνοῦν, γιατί μιά τέτοια στάση φανερώνει τήν μή συμμετοχή στήν Ἐκκλησία. Γι' αὐτό ὁμιλοῦν περί ἀποβολῆς καί ἀφορισμοῦ. Διάφοροι λόγοι, μά πάνω ἀπ' ὅλα ἡ χαμένη ἐκκλησιαστική αὐτοσυνειδησία, συνετέλεσαν στό νά λησμονηθῆ ἡ ἀλήθεια αὐτή. Εὐτυχῶς ἡ Ἐκκλησία ἄρχισε νά ζῆ, καί πάλι τήν παράδοσή της. Γεννιέται τό κίνημα τῶν Κολλυβάδων, γνωρίζουμε ἀγῶνες ἁγίων καί ἀσκητῶν γιά τήν ἐπανεκτίμηση τῆς λειτουργικῆς παραδόσεως καί διδασκαλίας. Ἤδη στά χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας, ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Νοταρᾶς, Ἀρχιεπίσκοπος Κορίνθου ἐκδίδει ἀνώνυμα τό βιβλίο περί τῆς συνεχοῦς Θείας Μεταλήψεως, τό ὁποῖο ἀρχικά καταδικάσθηκε ἀπό τούς Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως Γαβριήλ καί Προκόπιο, ὡς παράνομο καί σκανδαλοποιό, ἀθωώθηκε συνοδικά ἀπό τόν Πατριάρχη Νεόφυτο, ὡς ψυχοφελές καί σωτήριο, καί ἔδωσε ἀφορμή στόν Πατριάρχη ἅγιο Γρηγόριο τόν Ε´ νά συντάξη, κατά τό ἔτος 1819, Πατριαρχικό γράμμα πρός τούς Μοναχούς τοῦ ἁγίου Ὄρους, καί νά ἀποφανθῇ ὅτι "χρέος ἔχουσιν οἱ εὐσεβεῖς ἐν ἑκάστῃ μυσταγωγίᾳ νά προσέρχωνται καί νά μεταλαμβανώσιν, ἀρκεῖ νά εἶναι ἀνέγκλητοι παρά τοῦ πνευματικοῦ των" .

Ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι τό γεγονός τῆς τακτικῆς ἤ μή προσελεύσεως τῶν πιστῶν στό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, καθώς καί τῆς καταλλήλου προετοιμασίας, εἶναι ἕνα πού σοβαρό ζήτημα τό ὁποῖο καθημερινά ἀντιμετωπίζουμε καί γιά τό ὁποῖο ὀφείλουμε νά ἐργασθοῦμε σκληρά. Εἶναι ἐπίσης πολύ σημαντικό, ὅσον ἀφορᾶ στό θέμα τῆς συμμετοχῆς στήν Θεία Κοινωνία, νά ἔχουμε κατά νοῦ καί μιά ἄλλη προοπτική: ποιά εἶναι γιά τόν συγκεκριμένο ἄνθρωπο ἡ καλύτερη προετοιμασία; Πῶς θά ἐμφυτεύσουμε μιά ὑγιῆ διάθεση γιά τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία; Πῶς θά βοηθήσουμε τόν ἄνθρωπο νά διατηρήση τήν ἐπιθυμία νά γνωρίση τόν Χριστό;

2. Εὐχαριστία καί Ἐσχατολογία.

Ἡ λατρεία μας μέ τό νά εἶναι φανέρωση τοῦ Θεοῦ γίνεται φανέρωση τοῦ κόσμου. Εἶναι πάντοτε κοσμική, ὑπό τήν ἔννοια ὅτι προσλαμβάνει ὁλόκληρη τήν κτίση ἐν Χριστῷ, εἶναι ἱστορική καί προσλαμβάνει ἐν Χριστῷ τόν χρόνο εἶναι ἐσχατολογική καί μᾶς κάνει μετόχους τῆς ἐρχόμενης Βασιλείας. Ἀνατρέπει κάθε ἔννοια χωροχρονικῆς ἀκολουθίας. Δέν προσδιορίζεται ἀπό τόν χρόνο ἀλλά προσδιορίζει τόν χρόνο. Τό μυστήριο τῆς Συνάξεως εἶναι ἔργο τοῦ Θεοῦ καί ὡς ἔργο τοῦ Θεοῦ ὑπερβαίνειτόν χρόνο καί ἀνήκει στήν αἰωνιότητα. Ἤδη ἡ τέλεση τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου πρό τοῦ Σταυρικοῦ Θανάτου ἀντιστρέφει τόν ἱστορικό χρόνο καί καταργεῖ τήν χρονική ἀκολουθία . Γι' αὐτό ἡ Θεία Λειτουργία δέν πρέπει νά θεωρεῖται ἁπλῶς καί μόνο ὡς μιά αἰσθητική ἐμπειρία ἤ μιά θεραπευτική ἄσκηση. Ἡ μοναδική λειτουργικότητά της εἶναι νά ἀποκαλύπτη τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. "Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος....". Αὐτό εἶναι πού μνημονεύουμε συνέχεια. Ἡ ἀνάμνηση τῆς Βασιλείας εἶναι ἡ πηγή ὅλων τῶν ἄλλων μέσα στήν Ἐκκλησία.

Αὐτή, ὅμως, ἡ βιβλική καί ἀρχέγονη χριστιανική πνευματικότητα, βασισμένη στήν λειτουργική καί ἐσχατολογική κατανόηση τῆς Ἐκκλησίας, ἄρχισε, ἀπό τόν 3ο αἰώνα, σταδιακά, νά ὑποχωρῆ, ἤ στήν καλύτερη περίπτωση νά συνυπάρχη μέ μιά ἄλλη πνευματικότητα . Ἡ Ἐκκλησία παύει νά ἀποτελῆ εἰκόνα τῶν Ἐσχάτων καί γίνεται εἰκόνα τῶν ἀρχικῶν πραγμάτων.

Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ παύει νά εἶναι τό κεντρικό περιεχόμενο καί ἡ ἐσωτερική ὤθηση τῆς χριστιανικῆς πίστης. Κατανοεῖται μόνο ὡς μελλοντική Βασιλεία, γιά τό τέλος καί μετά τό τέλος. Αὐτός ὁ σταδιακός περιορισμός τῆς χριστιανικῆς ἐσχατολογίας εἶχε σοβαρώτατες ἐπιπτώσεις στήν διαμόρφωση τῆς λειτουργικῆς συνειδήσεως, ὅλης τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας καί στήν εὐσέβεια τῶν πιστῶν.

Ποιός ἐνθυμεῖται σήμερα, ὅταν ὁ Ἐπίσκοπος εἰσέρχεται στόν Ναό, ὅτι τό γεγονός αὐτό εἶναι ἕνα μέγα λειτουργικό γεγονός, διότι εἰκονίζει τόν ἐρχομό τοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο, τόσο στήν Πρώτη ὅσο καί στήν Δευτέρα Παρουσία Του. "Τήν μέν οὖν πρώτην εἰς τήν Ἀγίαν Ἐκκλησίαν τοῦ Ἀρχιερέως κατά τήν ἱεράν σύναξιν, τῆς πρώτης τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ διά σαρκός εἰς τόν κόσμον τοῦτον παρουσίας τύπον καί είκόνα φέρειν....Μεθ' ἥν παρουσίαν ἡ εἰς οὐρανούς αὐτοῦ καί τόν ὑπερουράνιον θρόνον ἀνάβασίς τε καί ἀποκατάστασις συμβολικῶς τυποῦται διά τῆς ἐν τῷ ἱερατείῳ τοῦ Ἀρχιερέως εἰσόδου καί τῆς εἰς τόν θρόνον τόν ἱερατικόν ἀναβάσεως.... Τάς δέ θείας τῶν πανιέρων βίβλων ἀναγνώσεις, τάς θείας καί μακαρίας τοῦ παναγίου Θεοῦ βουλήσεις τε καί βουλάς ὑπεμφαίνειν...Τήν δέ πνευματικήν τῶν θείων ᾀσμάτων τερπνότητα τήν ἐμφαντικήν...τῶν θείων ἀγαθῶν ἡδονήν...".



3. Δόγμα καί Θεία Λειτουργία


Ἡ πληρότητα τῆς θεολογικῆς σκέψεως τῆς Ἐκκλησίας εὑρίσκεται στήν λατρεία. Ἡ χριστιανική λατρεία, ὡς ζῶσα ἐμπειρία καί βίωση τῆς πίστεως ἀφ' ἑνός ἐκφράζει τήν βιβλική καί πατερική διδασκαλία καί ἀφ' ἑτέρου τήν δογματική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ φράση τοῦ ἁγίου Εἰρηναίου "ἡμῶν δέ σύμφωνος ἡ γνώμη τῇ εὐχαριστίᾳ καί ἡ εὐχαριστία... βεβαιοῖ τήν γνώμην" ἐπιβεβαιώνει ὅτι, ἡ ὀρθόδοξη λατρεία εἶναι αὐτή καθ' ἑαυτή δογματική καί μαρτυρεῖ περί τῆς ταυτότητος τῆς ἐκκλησιαστικῆς λειτουργίας καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς πίστεως. Τοῦτο ἀποτελεῖ τό πλέον χαρακτηριστικό καί ἔξοχο σημεῖο τῆς Παραδόσεως. Αὐτό δέ θά τό διαπιστώσουμε περισσότερο, ὅταν ἐξετάσουμε καί ἱστορικά τήν ἀντίδραση τῆς λατρείας (οὐσιαστικά τῶν Πατέρων μέσα ἀπό τήν λατρεία) ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν.

Θά μᾶς ἐπιτραπῆ ἐδῶ νά ἀναφέρουμε ἕνα συγκεκριμένο παράδειγμα, τό ὁποῖο ἀφορᾶ στήν σύγχρονη λειτουργική πράξη καί ἀντίληψη σέ σχέση μέ τήν δογματική διδασκαλία. Εἶναι πάρα πολύ σπουδαῖο τό θέμα αὐτό καί ἀξίζει τῆς προσοχῆς τοῦ ἀναγνώστου.

Ἡ ἀρχική εὐχαριστιακή ἀναφορά, τό "Ἄξιον καί δίκαιον", πού διαβάζουμε στήν Θεία Λειτουργία, ἦταν προσευχή πρός τόν Θεό Πατέρα. Ἡ εὐχαριστήριος εὐχή ἤ εὐχή τῆς ἀναφορᾶς τῆς Θείας Λειτουργίας τοῦ Ἁγίου Κλήμεντος, Ἐπισκόπου Ρώμης, ἀναφέρεται καί στήν μεταξύ τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος σχέση. Στήν Θεία Λειτουργία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου εἶναι σαφές, ὅτι μόνο ὁ Θεός Πατήρ δέχεται τήν εὐχή τῆς ἀναφορᾶς. Στήν Θεία Λειτουργία τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, ὅπως ἐπισημαίνουν οἱ Λειτουργιολόγοι, μετά τόν Δ´ αἰώνα, ὑπῆρξε κάποια ἀλλαγή καί στήν Ἀναφορά προστέθηκε ἡ φράση "Σύ καί ὁ Μονογενής Σου Υἱός καί τό Πνεῦμα Σου τό Ἅγιον". Ἀναφέρεται δηλαδή ὅλη ἡ Ἁγία Τριάδα.

Γι' αὐτό καί θεωρεῖται μέγιστο λάθος αὐτό πού κάνουν πολλοί ἱερεῖς, νά στρέφωνται πρός τήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ στό "Εὐχαριστήσωμεν τῷ Κυρίῳ". Εἶναι δογματικό λάθος. Ἴσως ἀναρωτηθῆ κανείς: "Τί σημασία ἔχει; Δέν εἶναι θέμα θεότητος, διότι στήν περίπτωση αὐτή ἡ διάκριση τῶν Προσώπων τῆς ἁγίας Τριάδος δέν πρέπει νά ἔχη καμμία σημασία". Ἡ διάκριση τῶν Προσώπων εἶναι πολύ σημαντική καί οὐσιαστική γιά τήν ὀρθόδοξη πίστη καί θεολογία. Δέν εἶναι τυχαῖοι οἱ ἀγῶνες τῶν Καππαδοκῶν Πατέρων γιά νά διατηρήσουν αὐτή τήν διάκριση. Ὅπως δέν εἶναι καί τυχαῖο τό γεγονός, ὅτι οἱ αἱρετικοί, γνωρίζοντας, ὅτι αὐτή ἡ διδασκαλία ἀποτελεῖ χαρακτηριστικό καί ἔξοχο σημεῖο τῆς πίστεως, προσπάθησαν νά διαταράξουν ἀπό τήν ἀρχή αὐτήν τήν διάκριση ἀλλοιώνοντας τήν μορφή καί τό περιεχόμενο τῆς εὐχαριστηρίου ἤ τῆς εὐχῆς τῆς Ἀναφορᾶς καί τῶν λειτουργικῶν τύπων. Ὅ,τι κάνει λοιπόν ὁ Υἱός στήν Λειτουργία δέν εἶναι τό ἴδιο μ' αὐτό πού κάνει ὁ Πατήρ, οὔτε τό ἴδιο μ' αὐτό πού κάνει τό Πνεῦμα. Τό κάθε Πρόσωπο κάνει διαφορετικό ἔργο σέ ὅλο τό μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας καί τό ἔργο αὐτό μεταφέρεται στήν Θεία Εὐχαριστία. Ὁ Υἱός ἐκτελεῖ τήν εὐδοκία τοῦ Πατρός τῇ συνεργείᾳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἀναφέρει πλέον στόν Πατέρα ὅλη τήν Οἰκονομία. Ἡ Εὐχαριστία εἶναι ἀκριβῶς αὐτή ἡ προσαγωγή, ἡ προσφορά καί ἀναφορά στόν Πατέρα. Γι' αὐτό στήν Θεία Εὐχαριστία, καί μάλιστα τήν στιγμή τῆς Ἀναφορᾶς, δέν προσεύχεται ἡ Ἐκκλησία μόνη της. Προσεύχεται ὁ Χριστός. Γι' αὐτό στήν Θεία Εὐχαριστία δέν ὑπάρχει διάλογος μεταξύ Χριστοῦ καί Ἐκκλησίας, ἀλλά μεταξύ Θεοῦ Πατρός καί Χριστοῦ-Ἐκκλησίας.

Κατά τόν ΙΒ' αἰώνα ἔγινε μιά μεγάλη θεολογική διαμάχη, μιά προσπάθεια ἐπικρατήσεως "καινοτομίας δόγματος", γιά τό ποιός προσφέρει καί ποιός ἀποδέχεται τήν Θεία Εὐχαριστία, καί στήν ὁποία κυρίαρχο ρόλο διεδραμάτισε ὁ Νικόλαος Μεθώνης. Τό ἐρώτημα εἶναι πολύ σοβαρό, διότι κάθε ἀντίληψη, ὅτι ὁ Θεός Πατήρ μπορεῖ νά ἐνεργήση, κατά κάποιο τρόπο, χωρίς τήν παρουσία τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, θά σήμαινε διαίρεση μεταξύ τῶν Προσώπων τῆς Τριαδικῆς Θεότητος. Εἶναι βασικό Πατερικό ἀξίωμα, ὅτι τά τρία Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος δέν χωρίζουν ποτέ. Καί στήν Οἰκονομία καί στήν Ἐνσάρκωση εἶναι μαζί, ἀλλά δέν σαρκοῦνται ὅλα. Ἐδῶ εἶναι ἡ μεγάλη λεπτομέρεια: ὁ Υἱός δέχεται τήν Θεία Εὐχαριστία, μαζί μέ τόν Θεό Πατέρα καί τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἀλλά σέ διάκριση ἀπό τόν Θεό Πατέρα καί τό Ἅγιο Πνεῦμα. Αὐτό εἶναι τό μυστήριο τῆς κοινωνίας, ἡ ὁποία εἶναι προϋπόθεση τῆς ὑποστάσεως.

Δέν εἶναι λοιπόν ἄλλος ὁ προσφέρων καί ἄλλος ὁ προσφερόμενος "ἀλλ' αὐτός καί εἷς κατά τήν ὑπόστασιν Χριστός, προσφέρων μέν λέγεται ὡς ἱερεύς καθεστώς κατά τήν τάξιν Μελχισεδέκ,... προσφερόμενος δέ ὡς οὐκ ἄλλό τι προσφέρων παρ' ἑαυτόν, ἀλλ' ἤ τό οἰκεῖον σῶμα τε καί αἷμα... καί πάλιν ὁ αὐτός διαδιδόμενος λέγεται, καί ταῦτα μέν κατά τό ἀνθρώπινον, εἰ καί πάντα θεότερον πως, προσδεχόμενος δέ ὡς κατά τήν θεότητα ἡνωμένος ἀεί τῷ Πατρί καί τῷ Πνεύματι καί τούτοις ἀχωρίστως συννοούμενος καί συνδοξαζόμενος τά τε ἄλλα καί τό προσδέχεσθαι τήν προσαγωγήν". "Ταῦτα δέ καί τά δῶρα τά προσφερόμενα, ἡ σάρξ καί τό αἷμα, ἅ πάλιν αὐτός ἐστιν ὁ προσφέρων, καί δι' αὐτῶν προσφερόμενος".

Θά πρέπει στό σημεῖο αὐτό νά ἐνθυμηθοῦμε τό ἀκόλουθο γεγονός. Οἱ Ἀρειανοί καί μάλιστα οἱ Εὐνομιανοί, ἔθεσαν τό ζήτημα στούς Ὀρθοδόξους ἄν ὁ Υἱός εἶναι δηλωτικός τῆς οὐσίας ἤ τῆς ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ: Ἐάν οἱ Ὀρθόδοξοι ἔλεγαν, ὅτι εἶναι δηλωτικός τῆς οὐσίας, τότε δέν θά μποροῦσαν νά Τόν διακρίνουν ἀπό τόν Πατέρα. Ἐάν ἔλεγαν, ὅτι εἶναι ὄνομα ἐνεργείας, τότε κινδύνευαν νά δεχθοῦν, ὅτι πρόκειται γιά κτίσμα. Μπροστά στήν πίεση αὐτή ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, στόν Τρίτο Θεολογικό του Λόγο, τονίζει μέ ἔμφαση, ὅτι ὁ Υἱός δέν εἶναι οὔτε οὐσίας οὔτε ἐνεργείας ὄνομα, ἀλλά ὄνομα σχέσεως.

Ἐπαναλαμβάνουμε, ὅτι ἴσως κάποιος πεῖ: "Ὅλα εἶναι μπερδεμένα. Δέν εἶναι ἀνάγκη νά κάνουμε τίς διακρίσεις αὐτές. Σέ τί τέλος πάντων θά χρησιμεύσουν". Τήν ἀπάντηση τήν δίδει ἡ Θεία Λειτουργία, ἡ ὁποία εἶναι πολύ προσεκτική στόν χειρισμό τῆς διακρίσεως τῶν Προσώπων. Ἡ θεολογία τῆς πίστεως καί τῆς Εὐχαριστίας εἶναι πραγματική Θεολογία μόνον καί ἐφ' ὅσον εἶναι Τριαδική Θεολογία. "Ἐν Τριάδι ἡ Θεολογία τελεία ἐστι". Ἐμεῖς ἔχουμε δημιουργήσει μιά εὐσέβεια λειτουργική ἐρήμην τῆς διακρίσεως τῶν Προσώπων τῆς ἁγίας Τριάδος. Αὐτό εἶναι τόσο ἐπικίνδυνο, ὥστε ὑπάρχει περίπτωση νά ὁδηγήση σέ μιά ἀχρήστευση καί φθορά τῆς Τριαδικῆς Θεολογίας. Καί ἡ φθορά αὐτή, πού στήν οὐσία της εἶναι ἐγκατάλειψη τῆς "τελειωτάτης θεογνωσίας", ὁδηγεῖ στήν ἀνυπαρξία, τό ἀπατηλό, τό ψευδές. Αὐτό τό ὁποῖο πρέπει πολύ σοβαρά νά μᾶς προβληματίση εἶναι, ὅτι ἡ Τριαδική Θεολογία γίνεται πλέον ἕνα δόγμα, τό ὁποῖο δέν ἔχει καμμιά σχέση μέ τόν τρόπο τόν ὁποῖο ζοῦμε. Δέν εἶναι τυχαῖο τό γεγονός, ὅτι σήμερα ζοῦμε, ὑπολανθανόντως, σ' ἕνα κλῖμα, τό ὁποῖο καλλιεργεῖ ὄχι ὑπαρξιακά καί σωτηριολογικά, ἀλλά εὐσεβιστικά καί ἠθικά τήν ἔννοια τῆς λατρείας καί τοῦ δόγματος.

Θά πρέπει νά ἀναρωτηθοῦμε, ἐπίσης, μήπως, στήν πίστη μας, τήν πρώτη καί κεντρική θέση κατέχει ἡ λύτρωση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τίς ἁμαρτίες του. Τό ζήτημα εἶναι σπουδαῖο, διότι ἡ πίστη δέν εἶναι δυνατόν νά ἀρχίζη μέ τήν ἁμαρτία. Ἡ ἀρχή δέν εἶναι ἡ λύτρωση τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ἀπό τήν δουλεία τῆς ἁμαρτίας. Ἡ ἀρχή καί τό θεμέλιο τῶν πάντων εἶναι τό μυστήριο τῆς Τριαδικῆς ζωῆς.


4. Περί τῶν τελουμένων, τῆς ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν καί τοῦ θείου κηρύγματος.

Γνωρίζουμε, ὅτι ἡ χριστιανική λατρεία ἔχει μιά μακρά καί περίπλοκη ἀνάπτυξη καί ὅτι ἡ σημερινή ἑνότητα τοῦ Τυπικοῦ στήν Ὀρθοδοξία εἶναι συγκριτικά τελευταῖο ἐπίτευγμα. Ἡ Ἐκκλησία ποτέ δέν εἶχε διατηρήσει τήν πλήρη λειτουργική ὁμοιομορφία ὡς οὐσιώδη ἑνότητά της. Ὅμως, παρά τήν ὑπάρχουσα, ἀνέκαθεν, ἐλευθερία στήν διά τῆς φυσικῆς ἐξελίξεως διαμόρφωση γεγονότων ἤ λεπτομερειῶν τῆς λατρείας, διαπιστώνουμε, ὅτι α) ἡ Ἐκκλησία κατοχυρώνει τήν θεία λατρεία καί διά κανόνων, καί β) ἡ τελική διαμόρφωση τῆς λατρείας καθορίζεται πάντοτε ὑπό τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως. "Οἱ Πρεσβύτεροι καί οἱ Διάκονοι ἄνευ γνώμης τοῦ Ἐπισκόπου μηδέν ἐπιτελείτωσαν. Αὐτός γάρ ἐστιν ὁ πεπιστευμένος τόν λαόν Κυρίου καί τόν ὑπέρ τῶν ψυχῶν αὐτῶν λόγον ἀπαιτηθησόμενος".

Θά σταθοῦμε, χαρακτηριστικά σέ ἕνα ἀντιλεγόμενο σημεῖο τῆς λειτουργικῆς μας πράξης, γιά νά διαπιστώσουμε καλύτερα, πῶς διαμορφώνονται τά πράγματα στήν λατρεία μας μέσα ἀπό τήν ἱστορία καί τήν αὐθεντικότητα τῆς πνευματικότητος. Πρόκειται περί τοῦ τρόπου ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν στήν Θεία Λειτουργία. Ἐάν αὐτές ἀπαγγέλονται μυστικῶς ἤ ἐκφώνως. Καθ' ὅτι ἕως καί σήμερα ὅλες οἱ εὐχές τῶν Μυστηρίων ἀναγινώσκονται εἰς ἐπήκοον, τό πρόβλημα ἑστιάζεται στήν τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας.

Ἡ παρεμβολή, νεστοριανῆς προελεύσεως, πράξεως, ἡ ὁποία ἤθελε μυστική τήν ἀπαγγελία τῶν εὐχῶν ὑπό τοῦ ἱερέως, ἡ ἐπίδραση τῆς μυστικῆς θεολογίας καί τοῦ μοναχισμοῦ, ἡ πορεία τῆς Ὀρθοδοξίας κατά τούς μεταγενέστερους χρόνους, ἡ μή ἐπαρκής κατάρτιση καί ἐκπαίδευση τοῦ κλήρου, ἄλλοι τεχνικοί λόγοι, ὡδήγησαν τήν λατρεία στήν ἐπιβολή μιᾶς ἀντιπαραδοσιακῆς πράξεως, πού ἐκφράζεται μέ τήν καθ' ἑαυτόν ἀνάγνωση τῶν εὐχῶν.

Εἶναι χαρακτηριστική ἡ διάταξη 6 τῆς 137ης Νεαρᾶς τοῦ Ἰουστινιανοῦ: "Κελεύομεν πάντας ἐπισκόπους τε καί πρεσβυτέρους μή κατά τό σεσιωπημένον, ἀλλά μετά φωνῆς τῷ πιστοτάτῳ λαῷ ἐξακουομένης τήν θείαν προσκομιδήν καί τήν ἐν τῷ ἁγίῳ Βαπτίσματι προσευχήν ποιεῖσθαι πρός τό κἀντεῦθεν τάς τῶν ἀκουοτάτων ψυχάς εἰς πλείονα κατάνυξιν καί τήν πρός τόν Δεσπότην Θεόν διανίστασθαι δοξολογίαν. Οὕτω γάρ ὁ θεῖος ἀπόστολος διδάσκει λέγων... ἐπεί ἐάν εὐλογήσῃς τῷ πνεύματι, ὁ ἀναπληρῶν τόν τόπον τοῦ ἰδιώτου πώς ἐρεῖ τό Ἀμήν τῷ Θεῷ ἐπί τῇ σῇ εὐχαριστίᾳ. Στήν ἴδια Νεαρά ἀναφέρεται, ὅτι ὁ ὑποψήφιος γιά τό ἀρχιερατικό ἀξίωμα πρέπει νά ὑποβάλλεται, ἐκ τῶν προτέρων, σέ κάποια ἐξέταση ὅσον ἀφορᾶ τήν ἀπαγγελία τῆς εὐχῆς τῆς θείας προσκομιδῆς καί αὐτῆς τοῦ βαπτίσματος. "...Θεσπίζομεν, ὁσάκις χρεία γένηται Ἐπίσκοπον χειροτονηθῆναι... ἀπαιτεῖσθαι πρότερον τόν μέλλοντα χειροτονηθῆναι... ἀπαγγέλειν τοῦτον τήν θείαν προσκομιδήν τήν ἐπί τῇ ἁγίᾳ κοινωνίᾳ γινομένην...".

Ἴσως ρωτήση κάποιος· τί ἐννοεῖ, ὅταν λέγει "θεία Προσκομιδή"; Σέ πολλές μαρτυρίες φαίνεται, ὅτι ὁ ὅρος Προσκομιδή ἐσήμαινε γενικά τήν Θεία Λειτουργία καί κυρίως τήν εὐχή τῆς Ἀναφορᾶς. Αὐτό προκύπτει ἀπό τήν μελέτη τῶν πηγῶν τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως καί πολλῶν ἀπό τά ἀρχαιότερα σωζόμενα χειρόγραφα Εὐχολόγια τοῦ βυζαντινοῦ λειτουργικοῦ τύπου. Ὁ Ἰωάννης Μόσχος λέγει, ὅτι διά τοῦ ὅρου Προσκομιδή δηλώνεται τό τμῆμα τῆς Θείας Λειτουργίας ἀπό τοῦ "Ἄξιον καί Δίκαιον" μέχρι τῆς κλάσεως τοῦ καθαγιασμένου Ἄρτου καί τῆς Κοινωνίας. Ὁ ἴδιος δέ συνεχίζει καί λέγει: "Ἐπειδή... οἱ Πρεσβύτεροι ἐκφωνοῦν "μεγάλως" (τίς εὐχές), τά παιδιά γνωρίζουν καί μαθαίνουν τήν εὐχή τῆς Ἀναφορᾶς, ἐπειδή ἀκριβῶς αὐτή συνεχῶς ἐκφωνεῖται...". Νά μιά πράξη, ἡ ὁποία θά μποροῦσε νά μᾶς βοηθήση, πρός τό παρόν τουλάχιστον, στήν ἀντιμετώπιση τοῦ γλωσσικοῦ προβλήματος. Τό ὑπό τοῦ Ἰωάννου Μόσχου μαρτυρούμενο παρουσιάζεται γενικευμένο, ὅπως φαίνεται στίς λειτουργικές δέλτους καί σέ ὅλες τίς Ἐκκλησίες τῆς Συρίας καί Ἀλεξανδρείας. Ὁ ἅγιος Ἰουστίνος, ὁ φιλόσοφος καί μάρτυς, στήν 1η Ἀπολογία μαρτυρεῖ, ὅτι οἱ εὐχές ἐλέγοντο μεγαλοφώνως. Ὁ Ἰωάννης Πρωτοψάλτης (7ος αἰών) γράφει, ὅτι ἡ ἀναφορά ἀπηγγέλλετο μεγαλοφώνως ἀκόμα καί στήν Δυτική Ἐκκλησία καί ἐψάλλετο. Σέ 42 λειτουργικούς τύπους τῆς Ἀνατολικῆς Συρίας, πού δημοσιεύθηκαν, ὑπάρχει, πρό τῶν εὐχῶν, ἡ ἔνδειξη "ὁ ἱερεύς ὑψῶν τήν φωνήν" ἤ "ὁ ἱερεύς κλινόμενος". Εἶναι δέ χαρακτηριστικό, ὅτι ὁ Πάπας Πῖος ὁ Ι´ καθιέρωσε τήν ἀνάγνωση τῶν εὐχῶν μεγαλοφώνως, δηλαδή υἱοθέτησε τήν λειτουργική πράξη τῆς Ἀνατολῆς.

Ἡ πράξη τῆς Ἐκκλησίας, καθώς καί οἱ ἐπί τῶν κωδίκων καί λειτουργικῶν δέλτων ἐνδείξεις, μᾶς πείθουν γιά τήν εἰς ἐπήκοον ἀνάγνωση - ἐπαγγελία τῶν εὐχῶν. Ἡ δέ σύγχρονη ἔρευνα ἐπί τοῦ πεδίου τῆς Λειτουργικῆς Θεολογίας, ἰδιαίτερα ὑπό τῶν Παναγιώτου Τρεμπέλα καί Ἰωάννου Φουντούλη, μᾶς ὁδηγοῦν στό συμπέρασμα, πώς τό σύνολο τῶν εὐχῶν, ἐκτός ἐκείνων πού ἀναφέρονται ἀποκλειστικά στόν λειτουργό ἱερέα, ἀπαγγέλονται εἰς ἐπήκοον, κατά τύπον εὐκρινοῦς ἀναγνώσεως. Κατ' αὐτόν τόν τρόπο, ὁ λαός τοῦ Θεοῦ μετέχει ἐνεργέστερα τῶν τελουμένων στόν Ναό, γεγονός τό ὁποῖο ἀποτελεῖ τό αἴτημα τῆς Ὀρθοδόξου Λειτουργικῆς Θεολογίας, μά καί τῆς ἴδιας τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία προϋποθέτει τήν μετοχή μέ γνώση, ἀγάπη καί πίστη.

Στήν Ἑλλάδα τό πρόβλημα τῆς ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν ἀρχίζει νά δημιουργεῖται ἐντονώτερα περί τά μέσα τοῦ αἰῶνος. Τό 1951 οἱ κάτοικοι τῆς Αἴγινας διαμαρτύρονται ἔντονα γιά τήν, κατόπιν ἐγκυκλίου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἀπαγόρευση τῆς ἐκφώνου ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν. Τό 1955 ὁ Μητροπολίτης Κορινθίας καταγγέλλει τήν ἀνάγνωση τῶν εὐχῶν εἰς ἐπήκοον τοῦ ἐκκλησιάσματος, τήν τέλεση τῆς λειτουργίας τοῦ ἁγίου Ἰακώβου καί τῆς ἑσπερινῆς Προηγιασμένης. Στό ἴδιο πνεῦμα κινεῖται καί ὁ καθηγητής Ἀμίλκας Ἀλιβιζᾶτος, ὁ ὁποῖος ὁμιλεῖ περί σκανδαλισμοῦ καί περί σχίσματος. Ἀντίθετος μέ τό πνεῦμα αὐτό εἶναι ὁ Μητροπολίτης Κερκύρας Μεθόδιος, ὁ ὁποῖος σέ ἐμπεριστατωμένο ὑπόμνημά του πρός τήν Ἱερά Σύνοδο προτείνει τήν ἀντιμετώπιση τοῦ θέματος μέ βάση τήν παράδοση καί τίς πηγές.

Τελικά, ἡ Ἱερά Σύνοδος, δι' Ἐγκυκλίου αὐτῆς. διατάσσει αὐστηρῶς τήν ἀνάγνωση τῶν εὐχῶν μυστικῶς καί ὄχι εἰς ἐπήκοον τοῦ ἐκκλησιάσματος καί τήν ἐμμελῆ ἀνάγνωση τοῦ ἀποστολικοῦ καί εὐαγγελικοῦ κειμένου, ὑπό τόν ὅρο νά μήν συντελῆ αὐτή σέ βλάβη τῆς ἐννοίας τοῦ κειμένου. Ἡ θέση αὐτή, μέχρι σήμερα, τουλάχιστον τυπικά, δέν ἔχει ἀλλάξει.

Ἐκεῖνο τό ὁποῖο πρέπει νά μᾶς προβληματίση εἶναι σέ τί θά συντελέση ἡ διαιώνιση τῆς σημερινῆς πράξεως:

στήν τήρηση τῆς τάξεως, πού μέχρι τώρα εἴχαμε συνηθίση, (ἡ ἐμμονή στήν συνήθεια ἤ τήν ἀρχαιότητα, χωρίς τήν ἀλήθεια, δέν χρησιμεύει).

στό νά κατατρώγονται οἱ εὐχές,

στό νά ψελλίζωνται ἐπί τροχάδην,

στό νά ἀναγινώσκονται πρωθύστερα,

στό νά κατακερματίζονται καί νά ἀκρωτηριάζεται ἡ ἀναφορά;

Ἔτσι πώς ἔχουν διαμορφωθῆ τά πράγματα σήμερα τό ἐρώτημα περί τῆς μυστικῆς ἤ τῆς εἰς ἐπήκοον ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν εἶναι ψευτοδίλημμα. Αὐτό τό ὁποῖο εἶναι πολύ οὐσιαστικό εἶναι νά ἀναγινώσκονται οἱ εὐχές στήν θέση τους. Ἀπό κεῖ καί πέρα θά προκύψουν μόνα τους κάποια πράγματα. Κανένας δέν ἔχει τό δικαίωμα νά διαβάζη τίς εὐχές τῆς Θείας Λειτουργίας ὅποτε θέλει, ὁποιαδήποτε λειτουργική στιγμή, καί νά διαμορφώνη μέ τόν τρόπο αὐτό μιά ἀλλότρια λειτουργική ἔκφραση καί πράξη, πού κάθε ἄλλο παρά ὀρθόδοξη εἶναι. Πρόκειται γιά φαινόμενο ἀσέβειας, αὐθαιρεσίας, ἐκκλησιολογικῆς ἐκτροπῆς καί ἀνατροπῆς, μή ἀποκαταστάσεως τῆς πληρότητας καί ὁλοκληρώσεως τῆς ἀληθείας.

Συμπερασματικά, στό θέμα τῆς λειτουργικῆς μας πράξεως, θά λέγαμε, ὅτι εἶναι οὐσιαστικό νά γνωρίσουμε πρῶτα αὐτό πού κάνουμε καί τό "γιατί τό πράττουμε" καί ἐάν κάποιες διαθέσεις γιά τήν λειτουργική ὁμοιομορφία, λειτουργικές ἀλλαγές καί προσθῆκες, θά μποροῦσαν νά ἐγγυηθοῦν μία πρόοδο, πού θά ὠφελοῦσε τήν αὔξηση καί προκοπή τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος, καί ὄχι μιά εὐκαιριακή μεταμόρφωση.



4. 1. Τό κήρυγμα


Πολλές φορές παρεμβάλλεται, κατά τήν ὥρα τῆς Θείας Κοινωνίας τῶν κληρικῶν, στό Κοινωνικό δηλαδή, τό θεῖο κήρυγμα, τό ὁποῖο ἀνέκαθεν ἐτελεσιουργεῖτο μετά τά ἱερά ἀναγνώσματα καί μάλιστα τἠν ἀνάγνωση τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου. Εἶναι κάτι πού καί ὁ γράφων τό πράττει. Φοβούμεθα, ὅμως, ὅτι ἡ τακτική αὐτή διασπᾶ τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας σέ δύο τάξεις: στήν τάξη τῶν κοινωνούντων κληρικῶν καί στήν τάξη τῶν ἀκροωμένων λαϊκῶν. Εἶναι φανερό, παρά τά ὅποια πρακτικά προβλήματα, τά ὁποῖα μᾶς ἀναγκάζουν νά μεταθέτουμε τήν ὥρα τοῦ κηρύγματος, ἡ εἰκόνα αὐτή δέν ἐνισχύει τήν ἔννοια τῆς Κοινωνίας καί τοῦ ἑνός Σώματος μεταξύ τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ πράξη δέ αὐτή μᾶς ἀποκαλύπτει καί ἕνα ἄλλο πρόβλημα. Τό πρόβλημα αὐτό εἶναι, ὅτι οἱ πιστοί μας ἔπαυσαν νά θεωροῦν ὡς τό κέντρο τῆς λατρείας τήν θεία Εὐχαριστία καί τήν συμμετοχή τους σ' αὐτή. "Οἰκονομοῦντες", λοιπόν, κατ' αὐτόν τόν τρόπο τά πράγματα, μεταθέτοντες τό κήρυγμα σέ ἕνα σημεῖο πού διευκολύνει, κατά τήν ἄποψή μας, τά πράγματα, θά πρέπει νά προβληματιστοῦμε, κατά πρῶτον, ἐάν βοηθᾶμε τούς πιστούς νά βιώσουν τήν κεντρική σημασία τῆς Θείας Εὐχαριστίας στήν προσωπική τους ζωή καί στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί, κατά δεύτερον, ἐάν τό κήρυγμά μας τούς διδάσκει πῶς νά λατρεύουν τόν Θεό μέσα στήν Ἐκκλησία. Γίνεται κατανοητό, ὅτι καί αὐτό τό θέμα εἶναι σοβαρώτατο. Πρέπει νά κατανοήσουμε, ὅτι δέν πρόκειται ἁπλῶς περί "ἐξυπηρετήσεως" μιᾶς πρακτικῆς ἀνάγκης, ἀλλά περί αὐτῆς τῆς οὐσίας τῆς θείας λατρείας, περί τῆς ἐκφράσεως τῆς πραγματικότητας αὐτῆς ὑπό τῶν πιστῶν. Πάντως εἶναι προτιμότερο, χωρίς νά ἀποκλείσουμε κάποιες ἐξαιρετικές περιπτώσεις, νά ὑποστοῦμε τά μειονεκτήματα τῆς ὀρθῆς πράξεως, τῆς ἐπιστροφῆς δηλαδή τοῦ κηρύγματος ἀμέσως μετά τήν ἀνάγνωση τοῦ Εὐαγγελίου, παρά νά ἐπωφεληθοῦμε ἀπό τά ἀμφίβολα πλεονεκτήματα τῆς μεταθέσεώς του κατά τήν ὥρα τοῦ Κοινωνικοῦ.



Ἀντί Ἐπιλόγου

Παρά τίς δυσκολίες καί τά προβλήματα ἡ ἐκκλησιαστική αὐτοσυνειδησία μπορεῖ, γιατί ὑπάρχει ἡ Χάρη τοῦ Πνεύματος, νά ξαναζωντανεύη, νά ἐνεργοποιεῖται καί διατηρῆται κάθε στιγμή κατά τόν χρόνο τῆς ζωῆς μας. Ὁμολογοῦμε ἀκόμη καί σήμερα, παρά τήν ἀστοχία καί ἀτέλειά μας, τήν δυνατότητα τῆς κοινωνίας μέ τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τῆς εἰσόδου μας μέσα στήν λάμψη, στήν ἀλήθεια καί στήν χαρά τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως. "Εἴδομεν τό φῶς τό ἀληθινόν, ἐλά βομεν Πνεῦμα ἐπουράνιον, εὕρομεν πίστιν ἀληθῆ, ἀδιαίρετον Τριάδα προσκυνοῦμεν". Ὀφείλουμε δυναμικά νά ἐπανεύρουμε καί νά ἀνακαλύψουμε τό νόημα τῆς Εὐχαριστίας, τῆς μεγαλύτερης καί πιό ἀληθινῆς δυνάμεώς μας, νά ἀποκτήσουμε συνείδηση τῆς ἐσχατολογικῆς πληρότητάς της, νά τήν γνωρίσουμε καί πάλι ὡς μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι ἡ κάθε ἡμέρα μας εἶναι γεμάτη μέ τό πλήρωμα τῆς ζωῆς καί ὅλος ὁ χρόνος τοῦ παρόντος βίου γίνεται "ἐνιαυτός Κυρίου δε κτός" .

Κατά τήν διάρκεια τῆς ἱερατικῆς μας πορείας, σταυρικῆς καί μαρτυρικῆς ὅσο ποτέ ἄλλοτε, ἄς μήν λησμονοῦμε, ὅτι τό ἅγιο Πνεῦμα, πού κατευθύνει τό "λειτουργικό μέλλον" τῆς Ἐκκλησίας, θά ἔχη καί πάλι τόν τελευταῖο λόγο.





-----------------------------------------------

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


Βλ. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν, Ἡ λειτουργική ἀναγέννηση καί ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἐκδόσεις Σηματωρός, Λάρνακα, 1989, σελ. 44, 110.

2 Ὅπ. π.., σελ. 45-46

3 Βλ. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν, ὅπ. π., σελ. 44, 110.

4 George Florovsky,Ways of Russian Theology, p. 516.

5 "Τό τήν θυσίαν ταύτην μή εἰκόνα καί τύπον εἶναι θυσίας, ἀλλά θυσίαν ἀληθινήν, τό μή ἄρτον εἶναι τό τεθυμένον, ἀλλ' αὐτό τό τοῦ Χριστοῦ Σῶμα, καί πρός τούτοις, τό μίαν εἶναι τήν τοῦ Ἀμνοῦ τοῦ Θεοῦ θυσίαν, καί ἅπαξ γεγενημένην", Ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα, Ἑρμηνεία τῆς Θείας Λειτουργίας, λβ, P.G. 1150, 440 -441.

6 Θεία Λειτουργία.

7 Βλ. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν, ὅπ.π., σελ. 26.

8 Βλ. Ἰωάννου (Ζηζιούλα), Μητροπολίτου Περγάμου, Εὐχαριστιακή θεωρησις τοῦ κόσμου καί ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος, Χριστιανικόν Συμπόσιον, Ἀθῆναι 1967.

9 Ἡ ἐπάνοδος τοῦ ἀνθρώπου στἠν θεανθρώπινη κοινωνία και ἡ μετοχή στήν αἰώνια ζωή τοῦ Θεοῦ τελεῖται στήν Ἐκκλησία μέ τά ἅγια Μυστήρια, τά ὁποῖα ἀποτελοῦν τίς πηγές τῆς θεανθρώπινης ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Γι' αὐτό, ὅπως χαρακτηριστικά ἀναφέρει ὁ ἱερός Νικόλαος Καβάσιλας " ἡ Ἐκκλησία ἐν τοῖς μυστηρίοις σημαίνεται" Ἑρμηνεία τῆς Θείας Λειτουργίας, λη´ (P.G. 150, 452).

10 "Μή τοίνυν θαρρῶμεν ὅτι γεγόναμεν ἅπαξ τοῦ σώματος", Ἱεροῦ Χρυσοστόμου, Εἰς τήν πρός Ἐφεσίους ἐπιστολήν, ὁμιλία γ, κεφ. δ. P.G. 60, 23..

11 Θεία Λειτουργία.

12 Ἁγίου Ἰγνατίου, Ἐφ. 13.

13 Ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, Ἀντιρρητικός πρῶτος, P.G. 90, 480 Δ.

14 Χερουβικός ὕμνος Θείας Λειτουργίας Προηγιασμένων Δώρων.

15 Θεία Λειτουργία.

16 Ἀλεξάνδρου Σμέμαν, ὅπ. π., σελ. 47 κ.ἐ., 80-81. Πρβλ. Χρήστου Θ. Κρικώνη, Τό Μυστήριον τῆς Ἐκλησίας, Πατερικαί ἀπόψεις, Περιοδικόν ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ, τόμος 18, τεῦχος Α., Θεσσαλονίκη 1986, σελ. 28: "Ἡ Λειτουργία ὄχι μόνον ὡς τελετουργκή πρᾶξις, ἀλλά ὡς κίνησις τῆς ἀνοδικῆς πορείας τῆς Ἐκκλησίας πρός τόν Θεόν καί τῆς τελειοποιήσεως τῆς ἑνότητός της ἐντός τοῦ Θεοῦ περιέχεται εἰς τήν Ἐκκλησίαν, ὅπως ἡ Ἐκκλησία περιέχεται ἐντός τῆς Λειτουργίας" Πρβλ., ἐπίσης, Ἁγίου Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Μυσταγωγία, P.G. 91, κεφ. Η καί ΚΓ.

17 Robert Taft, Liturgy and Eucharist, p. 416. Πρβλ., τοῦ ἰδίου The Liturgy of the Great Church.

18 Ἡ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό δέν πρέπει νά νοεῖται ὡς ἰδιωτική ὑπόθεση αὐτοῦ ὄχι μόνο ἐπειδή ὁ Θεός εἶναι Τριαδικός, ἀλλά ἐπιπλέον διότι ἡ Ἀνάσταση προϋποθέτει τήν τελική καί ὁμαδική ἀποκατάσταση τῆς κοινωνίας τῶν δικαίων ἤ τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία " πάντων πρώτη ἐκτίσθη... καί διά ταύτην ὁ κόσμος κατηρτίσθη ", βλ. Α´ Θεσ. 4, 13 -18 καί Ποιμήν, Ὅρασις Β, 4.

19 Ἰωάννου Φουντούλη, Λειτουργικά θέματα, τεῦχος Δ´ Θεσσαλονίκη 1979, σελ 46.

20 Θεία Λειτουργία.

21 Ἀλεξάνδρου Σμέμαν, ὅπ.π., σελ. 80-81.

22 Ὁ ἐκκλησιολογικός χαρακτήρας τῶν μυστηρίων φανερώνει, ὅτι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μετέχει σέ αὐτά δέν ἑνώνεται μόνο μέ τόν Χριστό, ἀλλά καί μέ τά λοιπά μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Στήν Θεία Λειτουργία, ὁ ὀρθόδοξος ἄνθρωπος ἀποκτᾶ τήν ἐμπειρία, πώς δέν στέκεται μπροστά στόν Θεό ὡς ἄτομο, φλέγομενο ἀπό τήν ἀγωνία γιά τήν ἰδική του μόνο δικαίωση, ἀλλά ὡς πρόσωπο, σέ διαπροσωπική ἀγαπητική κοινωνία μέ τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο. "Πάντες γάρ ἧμεν ἐν Χριστῷ καί τό κοινόν τῆς ἀνθρωπότητος εἰς αὐτόν ἀναβιοῖ πρόσωπον", Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ὑπόμνημα εἰς τό κατά Ἰωάννην 1, 14 P.G. 73, 161 C. "Μετάληψις δέ λέγεται. Δι' αὐτῆς γάρ τῆς Ἰησοῦ θεότητος μεταλαμβάνομεν. Κοινωνία δέ λέγεταί τε καί ἔστιν ἀληθῶς, διά τό κοινωνεῖν ἡμᾶς δι' αὐτῆς τῷ Χριστῷ καί μετέχειν αὐτοῦ τῆς σαρκός τε καί τῆς θεότητος. Κοινωνεῖν δέ, καί ἑνοῦσθαι ἀλλήλοις δι' αὐτῆς. Ἐπεί γάρ ἐξ ἑνός ἄρτου μεταλαμβάνομεν, οἱ πάντες ἕν σῶμα Χριστοῦ, καί ἕνα αἷμα, καί ἀλλήλων μέλη γινόμεθα, σύσσωμοι Χριστοῦ χρηματίζοντες", Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις Ὀρθοδόξου Πίστεως IV 13, P.G. 94, 1153 BC.

23 Παναγιώτου Σιμιγιάτου, Πρωτοπρεσβυτέρου, " Ἡ συνεχής θεία Κοινωνία κατά τήν ἁγίαν Γραφήν καί τούς ἱερούς κανόνας τῆς ἁγίας ἡμῶν Ἐκκλησίας, Περιοδικό ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ, ΛΣΤ (1961), σελ. 388-399.

24 Π. Εὐδοκίμωφ, Ἡ προσευχή τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, Ἀθήνα, σελ. 65 -66.

25 Ἁγίου Ἰγνατίου, Ἐφ. 5.

26 9ος Ἀποστολικός Κανόνας, 2ος Ἀντιοχείας, 1ος Σαρδικῆς 8οός τῆς ἐν Τρούλλῳ Συνόδου. "Κοινωνεῖν καθ' ἑκάστην ἡμέραν καί μεταλαμβάνειν τοῦ ἁγίου σώματος καί αἵματος τοῦ Χριστοῦ....., Μεγάλου Βασιλείου, Ἐπιστολή 93 πρός Καισαρίαν Πατρικίαν P.G. 32, 484.

27 Μανουήλ Γεδεών, Κανονικαί Διατάξεις, τόμ. Α´, σελ. 269 -274.

28 Μανουήλ Γεδεών, Κανονικαί Διατάξεις, τόμ. Β´, σελ. 122-125.

29 Ἡ Ἐκκλησία εἶναι Καθολική γιατί ἐκτείνεται ὄχι μόνο "πανταχοῦ τῆς οἰκουμένης, ἀλλά καί πανταχοῦ τῶν χρόνων ", Ἱεροῦ Χρυσοστόμου, Ἑρμηνεία εἰς τόν 144ον Ψαλμόν, P.G. 55, 469 -470.

30 Ἀρχιμανδρίτου Σωφρονίου, Ὀψόμεθα τόν Θεόν καθώς ἐστι, Ἔσσεξ, Ἀγγλία 1992, σελ. 360. Ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος μετέχει στήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καί γίνεται κατά Χάριν Θεός, δέν καθίσταται μόνο αἰώνιος καί ἀτελεύτητος, ἀλλά καί ἄναρχος καί ἀΐδιος. Εἶναι θαυμάσιο ἕνα χωρίο τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ: "Γέγονε και ἄναρχος και ἀτελεύτητος, τήν χρονικήν μηκέτι φέρων ἐν ἑαυτῷ κινουμένην ζωήν, τήν ἀρχήν καί τέλος ἔχουσαν, καί πολλοῖς δονουμένην παθήμασι, μόνην δέ τόν Θεόν του ἐνοικήσαντος Λόγου καί ἀΐδιον καί μηδενί θανάτῳ περατουμένην", Περί ἀποριῶν P.G. 91, 1144 Ψ. Βλ. ἐπίσης, Μεγάλου Βασιλείου, Κατά Εὐνομίου, 1, 21 P.G. 29, 560 Β. Ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα, Ἑπτά Ἀνέκδοτοι Λόγοι, ἐκδ. Β. Ψευτογκᾶ, Θεσαλονίκη 1976, σελ. 114-115.



31 Θεία Λειτουργία.

32 Ἡ πνευματική αὐτή ἐμπειρία τῆς Πρώτης Ἐκκλησίας ἀντικατοπτρίζεται μέ ἐνάργεια στήν λειτουργική δομή τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ παλαιές λειτουργικές ἐκφράσεις, οἱ παλαιοί λειτουργικοί τύποι, ὁ ἀπόστολος Παῦλος στήν ἐπανάληψη τῶν εὐχαριστιακῶν λόγων τοῦ Κυρίου καί στήν πρός Ἑβραίους ἐπιστολή (Α´ Κορ. 11 23-26, Ἐβρ. 10, 1) , ἡ Ἀποκάλυψιςτοῦ Ἰωάννου, ἡ ὁποία στή βάση της εἶναι εὐχαριστιακό κείμενο, ἡ Κυριακή προσευχή, ἡ Θεολογία τῶν Ἑλλήνων Πατέρων, ἡ εἰκόνα τῆς Εὐχαριστίας, ὡς "συνάξεως ἐπί τό αὐτό", καί ἡ εἰσοδευτική της διάσταση, ἡπεποίθηση, τῶν ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων, πώς τά γεγόνοτα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἦταν "σκιά" τῶν μελλόντων ἀγαθῶν καί ἡ παροῦσα ἐκκλησιαστική πραγματικότητα, "εἰκόνα" τῆς "ἀλήθειας", πού ἔμελλε νά φανερωθῆ στά Ἔσχατα, τονίζουν ὀντολογικά ὅτι ἠ Θεία Εὐχαριστία δέν συνδέεται ἁπλῶς μέ τήν Μέλλουσα Βασιλεία. Ἀντλεῖ ἀπό αὐτήν τό εἶναι της καί τήν ἀλήθειά της. "Ἡ τῶν ἁγίων καί σεπτῶν μυστηρίων εἴσοδος ἀρχή καί προοιμιόν ἐστι....τῆς γενησομένης ἐν οὐρανοῖς καινῆς διδασκαλίας περί τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ τῆς εἰς ἡμᾶς....Οὐ γάρ μή πίω φησί.......ὁ Θεός καί Λόγος, ἀπ' ἄρτι ἐκ τοῦ γεννήματος τῆς ἀμπέλου, ἕως τῆς ἡμέρας ἐκείνης ὅταν αὐτό πίνων μεθ' ὑμῶν καινόν ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Πατρός ἐμοῦ ", Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ P.G. 137. Βλ., ἐπίσης Μυσταγωγία P.G. 91, 688 κ. ἑξ. Ἀπό τόν Ἅγιο Ἰγνάτιο Ἀντιοχείας καί ἑξῆς βλέπουμε τήν μεταφορά τῆς ἐσχατολογικῆς εἰκόνας τῆς συνάξεως τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ ἐπί τό αὐτό, γύρω ἀπό τόν Χριστό καί τούς Ἀποστόλους, μέ τόν Ἐπίσκοπο, "εἰς τόπον καί τύπον Χριστοῦ", καί τούς Πρεσβυτέρους, τύπους τῶν Ἀποστόλων. Τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας ἐκφράζεται αὐθεντικά στήν περί τόν Ἐπίσκοπο εὐχαριστιακή σύναξη τῆς κοινότητας, ἡ ὁποία δέν ἀναζητεῖ τήν μυστηριακή λύτρωση ἀπό τά δεινά τοῦ κόσμου, οὔτε τήν προσωπική τελείωση καί ἀτομική σωτηρία, ἀλλά ἀποτελεῖ τήν προληπτική φανέρωση τῆς ἐσχατολογικῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

33 Κάτω ἀπό τίς ἔντονες πιέσεις τοῦ χριστιανικοῦ γνωστικισμοῦ καί κυρίως τοῦ πλατωνισμοῦ.

34 Αὐτή ἐμφανίζεται κατά κύριο λόγο στά πλαίσια τῆς Κατηχητικῆς Σχολῆς τῆς Ἀλεξανδρείας, ἀλλά καί τῆς Ἀντιόχειας. Παραδόξως ἡ Θεολογία μας δέν φαίνεται νά ἔχη ἀποδώσει τήν σημασία πού ἔπρεπε στήν ἐσχατολογική διάσταση τῆς Εὐχαριστίας. Κύριο ἐνδιαφέρον της φαίνεται νά ἀποτελεῖ ἡ σχέση τῆς Εὐχαριστίας ὄχι τόσο μέ τά Ἔσχατα, ὅσο μέ τό παρελθόν, μέ τόν Μυστικό Δεῖπνο καί τόν Γολγοθᾶ. Ἴσως πρόκειται γιά μιά ἀκόμη σοβαρή ἐπίδραση τῆς "Βαβυλώνειας αἰχμαλωσίας"της, ὅπως θά ἔλεγε ὁ ἀείμνηστος π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ. Δέν εἶναι τυχαῖο τό γεγονός, ὅτι τό ἐρώτημα, τό ὁποῖο, ἐπί αἰῶνες, ἀπασχόλησε Ρωμαιοκαθολικούς καί Προτεστάντες στήν Δύση εἶναι ἄν ἡ Θεία Εὐχαριστία εἶναι ἐπανάληψη ἤ ὄχι τῆς θυσίας τοῦ Γολγοθᾶ, καί ὄχι ἄν εἶναι εἰκόνα τῶν Ἐσχάτων. Στήν προβληματική αὐτή ἐνεπλάκη καί ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία, κυρίως ἀπό τόν 17ο αἰώνα καί μετά, μέ ἀποτέλεσμα νά παραθεωρηθῆ ἡ σχέση τῆς Εὐχαριστίας μέ τά Ἔσχατα, μέ τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, πρβλ. Μητροπολίτου Περγάμου Ἰωάννου, Εὐχαριστία καί Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, Περιοδικό Σύναξη, τεῦχος 49, Ἀθήνα 1994, σελ. 7-18.

35 Βλ. Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, Ἐκκλησιαστική Ἱεραρχία ΙΙΙ 3, 13.

36 Ἕνα χαρακτηριστικό ἀποτέλεσμα τῆς προηγούμενης θεωρήσεως τῶν πραγμάτων εἶναι ὁ ὑπέρμετρος συμβολισμός τῶν διαφόρων στοιχείων τῆς Θείας Λειτουργίας. Μήπως λοιπόν πρέπει νά ὑποβάλουμε τίς ἀντιρρήσεις μας ὄχι ἐναντίον τοῦ ἀδιαφιλονίκητου συμβολισμοῦ τῆς λειτουργίας μας, ἀλλά ἐναντίον ἐκείνης τῆς κατανόησης καί ἀντίληψης τοῦ συμβόλου, ὅπου καταντᾶ συνώνυμο μέ κάτι μή πραγματικό, μή παρόν, καί ἐναντίον τῆς ἑρμηνείας τοῦ συμβολισμοῦ ὡς τοῦ ἀντίθετου τοῦ ρεαλισμοῦ;

37 Ἁγίου Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Μυσταγωγία 8.

38 Ε. Θεοδώρου, Ἡ καταπολέμησις τῶν κακοδοξιῶν ὡς παράγων λειτουργικῶν ἐξελίξεων. Τοῦ ἰδίου, Μαθήματα Λειτουργικῆς, τεῦχος 1, Ἀθῆναι 1975, σελ. 328-381.

39 P. G. 7,1028Α.

40 George Florovsky, The Elements of Liturgy, P. Edwall, E. Hayman, Maxwell, Ways of Worship, London 1951, p. 53.

41 Βλ. Ε. Θεοδώρου, Ἡ καταπολέμησις... J. A. Jungmann, Die Stellung Christi in liturgischen Gebet (2), Münster 1962, p. 154.

42 "Ἄξιον καί δίκαιόν ἐστιν σέ τόν ἀγέννητον Πατέρα τοῦ μονογενοῦς Ἰησοῦ Χριστοῦ αἰνεῖν, ὑμνεῖν, δοξολογεῖν. Αἰνοῦμεν σέ, ἀγέννητε Θεέ...", (Εὐχολόγιο Σεραπίωνος).

"1. Ἀληθῶς γάρ ἄξιόν ἐστιν καί δίκαιον, ὅσιόν τε καί πρέπον καί

2. ταῖς ἡμετέραις ψυχαῖς ἐπωφελές ὁ ὤν Δέσποτα Κύριε Θεέ

3. Πάτερ Παντοκράτορ σέ αἰνεῖν, σέ ὑμνεῖν, σοί εὐχαριστεῖν...".

Βλ. Παντελεήμονος Ροδοπούλου, Μητροπολίτου Τυρολόης καί Σερεντίου, Μελέται, ἐκδ. Πατριαρχικοῦ Ἱδρύματος Πατερικῶν Μελετῶν, Θεσσαλονίκη 1993, σελ. 446-447. F. E. Brightman, Liturgies Eastern and Western, τόμ. 1, Oxford 1896, p. 125.

43 Παντελεήμονος Ροδοπούλου, ὅπ. π., σελ. 567.

44 Νικολάου Μεθώνης, Ἀντίρρησις πρός τά γραφέντα παρά Σωτηρίχου, Ἐκκλησιαστική Βιβλιοθήκη, Λειψία 1866, σελ. 321. Βλ. σχετικά Πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Φούσκα, Ὁ Νικόλαος Μεθώνης καί ἡ διδασκαλία αὐτοῦ περί Θείας Εὐχαριστίας, Ἀθῆναι 1992.

45 Νικολάου Μεθώνης, Ἀντίρρησις πρός τά γραφέντα παρά Σωτηρίχου, σελ. 302.

46 Νικολάου Μεθώνης, Τά λείποντα, Ἐκκλησιαστική Βιβλιοθήκη, Λειψία 1866, σελ. 52-53.

47 Βλ. Β.Ε.Π., τόμ. 59.

48 Μεγάλου Ἀθανασίου, P.G. 26, 49Α.

49 Διδύμου τοῦ Τυφλοῦ, Περί τῆς Ἁγίας Τριάδος Α, P.G. 39,389.

50 Ψυχολογική ἐμπειρία τοῦ ἀτόμου.

51 Ὁρισμένη συμπεριφορά τοῦ ἀτόμου.

52 Ἡ Θεία Λειτουργία ἕνα μόνο εἶδος ἠθικῆς ὁρολογίας χρησιμοποιεῖ: "τόν ἁγιασμόν τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων", ὥστε σέ κοινωνία μετά "τῆς Παναγίας καί πάντων τῶν ἁγίων" νά παραθέτουμε "ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ". Μόνον αὐτή ἡ εὐσέβεια ἐκφράζει τήν ἐν Χριστῷ ζωή. Βλ. Μητροπολίτου Περγάμου Ἰωάννου (Ζηζιούλα), Ἡ κτίση ὡς εὐχαριστία, σελ. 32.

53 Ἀποστολικοί Κανόνες 60, 85. M. Noirot, Liturgique (Droit), Dictionnaire de Droit Canonique, Paris 1957, VI, p. 536. Ἱερωνύμου Κοτσώνη, Σημειώσεις Κανονικοῦ Δικαίου τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, Θεσσαλονίκη 1961, τόμ. 2ος, σελ. 3.

54 Ἀποστολικαί Διαταγαί, Ἀποστολικός Κανών 39. Β.Ε.Π., τόμος 2ος, σελ. 175.

55 Κεφάλαιο 60, ἔκδοση Λειψίας, Teuben 1881, σελ. 412.

56 R. Scoll, Corpus Iuris Civilis, Berlin 1899, p. 694-699.

57 Περί τοῦ θέματος, βλ. Παύλου Κουμαριανοῦ, Πρόθεση, Προσκομιδή, Προσφορά, Ἀνάτυπον ἐκ τοῦ Περιοδικοῦ Θεολογία, τόμος Ο', Ἀθῆναι 1999, τεῦχος Β-Γ', σελ. 483-512.

58 Λειμωνάριον Ἰωάννου Μόσχου, Διήγησις 25, σελ. 48-50, Διήγησις 96, σελ. 184-186, Διήγησις 108, σελ. 210-212, Διήγησις 150, σελ. 294-296, Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, τόμος 2ος, ἐκδ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, Θεσσαλονίκη 1987. Βλ. Εὐαγγέλου Θεοδώρου, Μαθήματα Λειτουργικῆς, Ἀθῆναι 1979, σελ. 269.

59 Βλ. Μεγάλου Βασιλείου, Β.Ε.Π. 53, σελ. 362. Μigne P.G. 82, 1429 D.

60 Κρυπτοφέρρης Γβ1, φ. 71, Ἐθνική βιβλιοθήκη 662, φ. 96ν . Βλ. Μ. Αrranz, L' Eucologio Constantinopolitano agli inizi del secolo XI, ROMA 1996, p. 219.

61 P.G. 87,2869.

62 P.G. 87,3081.

63 Κεφ. 65,67.

64 Atti della Pontificia Accademia Romana di Archeologia Serie III Monumenti, Vol. I, 199.

65 Ἱστορικόν Ἀρχεῖον Ἱερᾶς Συνόδου, Λειτουργικά Θέματα.

66 Ἀριθ. Ἐγκυκλίου 898 - Ἰούνιος 1956.

67 Ἀρχιεπισκόπου Τσέρνιγκωφ Φιλαρέτου, A Historical Survey of the Hymnographers on the Greek Church, Chernigov 1864, π. 5. Βλ. Ἰωάννου Φουντούλη, Λειτουργικά Θέματα, τόμος Ζ´, Θεσσαλονίκη 1986, σελ. 41. Περί τοῦ θέματος ἦταν οὐσιαστική καί ἐνδιαφέρουσα ἡ εἰσήγηση τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Θήρας κ. Παντελεήμονος, στήν συνεδρία τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, (Ὀκτώβριος 1996).

68 Θεία Λειτουργία.

69 Λουκ. 4, 19.





ΠΗΓΗ:www.apostoliki-diakonia.gr

Δευτέρα 22 Μαρτίου 2010

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΕΥΧΕΛΑΙΟΥ

Ευχέλαιο αποκαλείται το ιερό μυστήριο της εκκλησίας το οποίο τελείται προς "άφεση αμαρτιών, και συγκεκριμένα [για] την ψυχοσωματική υγεία, ύστερα από τη χρίση με αγιασμένο έλαιο"[1]. Η βιβλική πληροφορία περί του μυστηρίου αυτού δίδεται από την Επιστολή Ιακώβου[2] και η παράδοση του μυστηρίου μαρτυρείται από συγγραφείς και πατέρες της εκκλησίας "εις την παλαιάν πράξιν της εκκλησίας"[3].


Θεολογία

Πάντοτε ο Ιησούς Χριστός δίδασκε πως αρρώστια είναι η ίδια η αμαρτία, εξού και κατά τη θεραπεία πολλών ασθενών προέτρεπε να πάψουν να αμαρτάνουν[4]. Επομένως γίνεται αντιληπτό πως η θεραπεία πολλών ασθενειών διαφέρει από μια απλή ιατρική αγωγή

Έτσι και το μυστήριο του ευχελαίου παρέχει άφεση αμαρτιών και ειδικώς ψυχοσωματική υγεία[5]. Το ότι παρέχει άφεση αμαρτιών, δε σημαίνει ότι καταργεί ή "αποκλείει την αναγκαιότητα των άλλων...κάθε μυστήριο δίνει άφεση, δηλαδή θεραπεία, αλλά είναι και αναντικατάστατο ως προς την ειδική λειτουργία που επιτελεί"[6], που εν προκειμένω "είναι μία συνέχιση των θαυματουργικών θεραπειών του Χριστού"[7].

Εδώ θα πρέπει βέβαια να τονιστεί επαρκέστερα πως μόνο επαρκές μυστήριο που εγγυάται την κάθαρση της ψυχής από τα αμαρτήματα είναι το Μυστήριο της Μετανοίας, εν τούτοις παρέχει απαλλαγή αμαρτιών, "είτε αμέσως συνδεόμενον προς την συνέχουσαν το σώμα του χριστιανού αρρώστου ασθένειαν, είτε προς συγγνωστών και των οιονδήποτε άλλων, δια τας οποίας δεν θα ήτο απαραίτητος η προσφυγή εις το μυστήριον της μετανοίας"[8].

Το μυστήριο δε αυτό με το διττό αποτέλεσμα, τόσο δηλαδή τη θεραπεία των ψυχικών νοσημάτων, όσο και των σωματικών, για ακόμα μία αφορά επιδεικνύει την πατερική θεώρηση της ενότητας ψυχής και σώματος και ταυτόχρονα την ανυπαρξία διάκρισης μεταξύ τους, αλλά και τη σχέση πνευματικών και σωματικών νοσημάτων[9].

Πρέπει επίσης να τονιστεί, πως τα μυστήρια δεν είναι μαγικές πράξεις[10], γι αυτό και η αποκατάσταση δεν συντελείται άμεσα, αλλά απαιτείται συνεργία του χορηγούμενου και καλή προετοιμασία.



Το μυστήριο στην παράδοση της εκκλησίας


Το μυστήριο του ευχελαίου κατά την ιστορική διαδρομή του προσέλαβε αρκετές ονομασίες. Έτσι αποκλήθηκε άγιον έλαιον, ευχελαιον, ηγιασμένο έλαιο, χρίσμα δι ελαίου, ελαίου χρίσις. Στη δυτική εκκλησία μάλιστα η σημασία του προσέλαβε άλλη αξία αφού πλέον παρέχεται ως έσχατο εφόδιο "επί επιθανάτιας κλίνης"[11]. Σε άλλες ομολογίες ή παραδόσεις της εκκλησίας εξέλαβε επίσης διαφορετικές ονομασίες.

Στη ρωμαιοκαθολική εκκλησία αποκαλείται ως "μυστήριο των ασθενών", οι Σύροι και οι Μαρωνίτες το αποκαλούσαν "μυστήριο των λυχνιών", αφού λαμβάνουν το έλαιο από το κανδήλι της ακοιμήτου του Ιερού Βήματος. Η επικρατούσα ονομασία σήμερα είναι ευχέλαιο και πιθανώς επικράτησε από το μοναχό Ιώβ, ως μία σύνθεση από τον εξωτερικό τύπο του μυστήριου[12].

Σε ότι αφορά γραπτές μαρτυρίες και την πατερική γραμματεία, εν αρχή ο Ιάκωβος ο αδελφόθεος μαρτυρεί στην επιστολή του το γενόμενο αυτό μυστήριο (βλ. παραπομπή [2]). Πέρα τούτου η εκκλησιαστική παράδοση δεν παράσχει επαρκείς πληροφορίες περί του μυστηρίου, εν σχέση με τα τα υπόλοιπα μυστήρια[13].

Παρόλα αυτά ανακαλύπτουμε τέτοιες στην αρχαία "Λειτουργική διάταξη εξ Αιγύπτου", την ταυτιζόμενη αποστολική παράδοση του Ιππολύτου Ρώμης, που αντλεί την πηγή της από τις λεγόμενες "Αποστολικές Διαταγές" του δευτέρου αιώνος, καθώς δε και το ευχολόγιο του Σεραπιώνος Θμουέως.

Πέραν τούτων των διατάξεων, ανευρίσκοντας εκκλησιαστικούς συγγραφείς ανατρέχουμε στον Ωριγένη, ο οποίος παραπέμπει στους λόγους του Ιακώβου για το περί μετανοίας ζήτημα, αφού όπως ανωτέρω ειπώθηκε, το ευχέλαιο επιδρά και ως προς την άφεση των αμαρτιών[14], αλλά και τον Ιωάννη το Χρυσόστομο, ο οποίος σε λόγο για την Ιεροσύνη, χρησιμοποιεί αυτούσια τα λόγια του Ιακώβου, ως προς την δυνατότητα του ιερέα, να πράττει το μυστήριο αυτό[15].

Από τον 5ο αιώνα και μετά πληθαίνουν οι αναφορές και έτσι έχουμε αναφορές από τον πάπα Ιννοκέντιο Α΄, τον Καισαρίου Αρελάτης (6ος αι.) κ.α. Μία ακόμα πάντως χαρακτηριστική πληροφορία είναι ότι τόσο οι Νεστοριανοί, όσο και οι Μονοφυσίτες, τηρούν το μυστήριο του ευχελαίου, ενώ χαρακτηριστική είναι και η αναφορά του πατριάρχη των Αρμενίων Ιωάννη Mandakuni (+ περ. 480) περί του μυστηρίου[16].

Το μυστήριο του ευχελαίου απορρίπτεται σήμερα από τους Λουθηρανούς, διότι δεν προήλθε κατ εντολή του Κυρίου[17], αλλά και από τους Καλβινιστές το οποίο το θεωρούν επινοημένο μυστήριο, αφού κατά τον Καλβίνο δεν πρέπει να συγχέεται το μυστήριο αυτό και το έλαιο, προς των αποστόλων[18]. Κύρια δε ένσταση μάλιστα τέθηκε από το σύνολο των προτεσταντών, ότι αυτό δε λειτουργεί εξ ανάγκης όπως τα υπόλοιπα μυστήρια αλλά ότι εξαρτάται από την πίστη του μετέχοντος[19]. Φυσικά μία τέτοια άποψη απορρίπτεται από τη ορθόδοξη, πατερική και βιβλική παράδοση, αφού όπως και ο Χρ. Ανδρούτσος παρατηρεί "η υπό του θείου Ιακώβου μνημονευομένη «ευχή πίστεως» είναι η εκ της Εκκλησίας και των πρεσβυτέρων πρωτίστως, προς την οποίαν συνενούται και η του ασθενούς"[20].



Η πράξη του μυστηρίου



Λειτουργοί και διακονούμενοι του μυστηρίου


Το μυστήριο του ευχελαίου τελείται με χρίση των μελών της εκκλησίας, μετά από ευχή και δια καθαγιασμένου ελαίου[21]. Κατά την ευαγγελική περικοπή οι υπεύθυνοι για την τέλεση του μυστηρίου είναι οι πρεσβύτεροι, χωρίς αυτό να αποκλείει και τους έχοντες επισκοπικό αξίωμα[22]. Κύριος λόγος ύπαρξης του μυστηρίου αποβαίνει η αντιμετώπιση των ασθενούντων. Είναι πρόδηλο δε ότι αυτό αναφέρεται "ουχί μόνον εις τας εσχάτας της ζωής αυτών στιγμάς καταφθάσαντας, αλλά και περί ων υπάρχουσιν ελπίδες και βεβαιότητες, ότι θα απαλλαγώσι της συνεχούσης αυτούς ασθενείας"[23].

Δεδομένου μάλιστα ότι αφίενται από το μυστήριο αυτό αμαρτίες "δεν αποκλείονται τούτου και οι απολαύοντες σχετικής υγείας πιστοί"[24]. Έτσι ως αδικαιολόγητη θεωρείται η χορήγηση του μυστηρίου μόνο στους βαριά ασθενούντες όπως η Σύνοδος του Τριδέντο της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας αποφάσισε[25], αφού τόσο την εποχή της Καρολινείου περιόδου το μυστήριο τελείτο στο ναό και άρα ο ασθενείς δεν ήταν ετοιμοθάνατοι, όσο και το ευχολόγιο του Γρηγορίου Α΄ τονίζει ότι οι ιερείς πρέπει να επαναλαμβάνουν το μυστήριο διαδοχικώς επί επτά ημέρες[26].


Τέλεση του μυστηρίου και ιστορική μαρτυρία

Το μυστήριο του ευχελαίου μπορεί να συμβεί οπουδήποτε και φυσικά όχι μόνο σε ένα ιερό ναό, αλλά συνηθίζεται να τελείται τη Μεγάλη Τετάρτη στους Ορθοδόξους ναούς[27] ή κατά τη διάρκεια πριν τη Μεγάλη εβδομάδα στα σπίτια των πιστών. Επίσης δύναται να τελεσθεί και υπό πολλών ιερέων, αφού και η αναφορά του Ιακώβου είναι πιθανό να μπορεί να νοηθεί και ως μυστήριο συλλειτουργούντων ιερωμένων. Κατά το μεσαίωνα το μυστήριο αυτό από την εκκλησία μαρτυρείται πως τελείτο υπό επτά ιερέων (καλείτο δε και επταπάπαδο) ή και τριών[28].

Αυτή όμως η παράδοση φαίνεται να διαμορφώθηκε μετά το 10ο αιώνα επί Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Αρσενίου Αυτωρειανού (1255-1260) τελούμενο υπό ισάριθμες ευχές[29], προφανώς υπό το σκεπτικό του Ματθαίος ιη΄, 19-20[30]. Μετά το πέρας της ευχής της αναφοράς (μετά την πέμπτη ευχή) γίνεται η ευλογία του ελαίου. Η χρίση του ελαίου δύναται να συμβεί και από λαϊκούς, εφόσον έχει ολοκληρωθεί ο αγιασμός του ελαίου υπό του πρεσβυτερίου, όπως μαρτυρείται από το μεσαίωνα[31]. Στη Δύση αυτό απαγορεύτηκε αργότερα λόγω του ότι το αγιασμένο έλαιο έγινε μέσο αποκόμισης χρηματικών οφελών.



-----------------


Υποσημειώσεις


1. ↑ Νικόλαος Ματσούκας, Δογματική και Συμβολική Θεολογία Β΄, σελίδα 495
2. ↑ Ιακώβου 5, 14-15 "14. ἀσθενεῖ τις ἐν ὑμῖν; προσκαλεσάσθω τοὺς πρεσβυτέρους τῆς ἐκκλησίας, καὶ προσευξάσθωσαν ἐπ' αὐτὸν ἀλείψαντες αὐτὸν ἐλαίῳ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου· 15 καὶ ἡ εὐχὴ τῆς πίστεως σώσει τὸν κάμνοντα, καὶ ἐγερεῖ αὐτὸν ὁ Κύριος· κἂν ἁμαρτίας ᾖ πεποιηκώς, ἀφεθήσεται αὐτῷ."
3. ↑ Παναγιώτης Τρεμπέλας, Δογματική, Τόμος Γ΄, σελίδα 347
4. ↑ Κατά Ιωάννην 5, 14: "14 μετὰ ταῦτα εὑρίσκει αὐτὸν ὁ ᾿Ιησοῦς ἐν τῷ ἱερῷ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἴδε ὑγιὴς γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται"
5. ↑ Νικ. Ματσούκας, ενθ.αν., 495
6. ↑ ο.π.
7. ↑ ο. π.
8. ↑ Παναγιώτης Τρεμπέλας, ενθ.αν., 347-348
9. ↑ Κάλλιστος Ware, Η Ορθόδοξη Εκκλησία, σελίδα 469
10. ↑ ο.π.
11. ↑ Νικ. Ματσούκας, ανθ.αν., 495
12. ↑ Παν. Τρεμπέλας, ενθ.αν., 348
13. ↑ Παν. Τρεμπέλας, ενθ.αν., 351
14. ↑ παρ. Bartmann, Ωριγένους In Levit Homil. II 4 M. 12, 418
15. ↑ Παν. Τρεμπέλας, ενθ.αν., 353
16. ↑ ο.π.
17. ↑ Apol. Conf. August. Art. 13, 6
18. ↑ Inst. 5 19 n 8
19. ↑ Phillip Schaaf, The creeds of christendom Vol. 3, page 286
20. ↑ παρ. παν. Τρεμπέλα, ενθ.αν., 349
21. ↑ Παν. Τρεμπέλας, ενθ.αν., 347
22. ↑ Ιννοκέντιος Α΄ Ρώμης, De Baptismo contr. Donat. IV 24, 31
23. ↑ Παν. Τρεμπέλας, ενθ.αν., 355
24. ↑ ο.π.
25. ↑ Sess XIV C. 3
26. ↑ Bartmann, πα. Παν. Τρεμπέλα, ενθ.αν., 358
27. ↑ Κάλλιστος Ware, ενθ.αν., 470
28. ↑ Συμεών Θεσσαλονίκης, "Περί τελετουργίας τους ευχελαίου"., κεφ. β΄ (ΣΠΓ) Μ. 155, 156
29. ↑ Μανουήλ Γεδεών, Κανονικαί διατάξεις, τόμος Β΄, σελ. 43-45
30. ↑ 19 Πάλιν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἐὰν δύο ὑμῶν συμφωνήσωσιν ἐπὶ τῆς γῆς περὶ παντὸς πράγματος οὗ ἐὰν αἰτήσωνται, γενήσεται αὐτοῖς παρὰ τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. 20 οὗ γάρ εἰσι δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν.
31. ↑ Bartmann, παρά Παναγιώτη Τρεμπέλα, ενθ.αν., 357



Βιβλιογραφία

* Νικόλαος Ματσούκας, "Δογματική και Συμβολική Θεολογία Β΄", Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2007.
* Παναγιώτης Τρεμπέλας, "Δογματική", Τόμος Γ΄, Σωτήρ, Αθήνα 2003.
* Κάλλιστος Ware, "Η Ορθόδοξη Εκκλησία", Ακρίτας, Νέα Σμύρνη 2007.
* Ανδρέας Θεοδώρου, "Βασική Δογματική Διδασκαλία - Απαντήσεις σε Ερωτήματα Συμβολικά", Αποστολική Διακονία, Αθήνα 2006.



ΠΗΓΗ:http://el.orthodoxwiki.org

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ

Μυστήριο της μετανοίας ή εξομολόγηση ή δεύτερο βάπτισμα αποκαλείται το θεοσύστατο μυστήριο της εκκλησίας κατά το οποίο παρέχεται στα μέλη της εκκλησίας θεραπεία δια της αφέσεως των αμαρτιών. Στόχος του μυστηρίου είναι η συνεχής θεραπεία των ασθενειών (πνευματικών και σωματικών)[1] που αποκτούν τα μέλη της εκκλησίας, από την αυτεξούσια κίνησή τους προς το κακό. Είναι μυστήριο επαναλαμβανόμενο και αποτελεί ένα "από τα ιαματικότερα και δραστικότερα (μυστήρια) ως προς τη διόρθωση αρρωστημένων μελών"[2].



Θεολογία


Το μυστήριο της Μετανοίας είναι αφενός το μυστήριο κατά το οποίο το πιστό μέλος της εκκλησίας μεταστρέφεται προσωπικά από πράξεις αντίθετες προς το θείο θέλημα και την παρά φύση ζωή[3] και αφετέρου η εξουσία που έχει το ίδιο το σώμα της εκκλησίας "ως κοινότητα ή δια μέσου χαρισματικού φορέα, που είναι ο επίσκοπος και μετά όλοι οι άλλοι πρεσβύτεροι, να δίνει άφεση αμαρτιών ύστερα από την εξομολόγησή τους"[4]. Γι αυτό το λόγο η εξομολόγηση θα πρέπει να κατανοείται ως μέσο θεραπευτικό μακριά από κάθε νομική σημασία.

Η άφεση "απορρέει από την ίδια τη ζωή του σώματος, από τον ίδιο το λαό, γι αυτό και τα πρώτα χρόνια η εξομολόγηση γινόταν δημόσια και παρουσία όλου του πληρώματος. Το μυστήριο σήμαινε σύναξη του σώματος, όπως συμβαίνει σε κάθε μυστήριο"[5][6]. Το ότι σήμερα βέβαια δε συμβαίνει το μυστήριο κατ αυτόν τρόπο δε σημαίνει πως το πλήρωμα της εκκλησίας δε μετέχει. Σήμερα είναι επίσκοπος που εκπροσωπεί ως χαρισματικός φορέας το πλήρωμα αυτό[7].

Η μετάνοια και η εξομολόγηση είναι μυστήριο επαναλαμβανόμενο, διότι σκοπός είναι η συνεχής θεραπεία των ασθενειών των μελών της εκκλησίας. Ουσιαστικά πρόκειται για συνεχή μνήμη του Θεού, για πένθος που προξενείται από την αίσθηση απώλειας του Θεού.

Τελικά αποβαίνει η προσπάθεια εύρεσης της φιλίας του Θεού, η οποία διακόπηκε από το διαχωρισμό του ανθρωπίνου θελήματος από το θείο, σαν ένα μεταπατορικό αμάρτημα και μία φυσική διαδικασία κατά την οποία ο άνθρωπος αποφάσισε να μη δέχεται τη δωρεά της θείας χάριτος. Γι αυτό και πάνω σε αυτό το μυστήριο θεμελιώνεται ο ασκητικός και μοναχικός βίος της εκκλησίας.



Ιστορία του μυστηρίου


Η καταβολή του μυστηρίου



Εισαγωγή

Την εξουσία να αφέονται αμαρτίες την έχει μόνο ο Θεός. Είναι πρόδηλο δε, κατά την παρουσία του στον κόσμο, ότι ο Κύριος συγχωρούσε τις αμαρτίες των ανθρώπων. Ο Κύριος λοιπόν μετά την εκδημία του, παραχώρησε το χάρισμα της αφέσεως των αμαρτιών στους αποστόλους και μέσω αυτών στην εκκλησία Του[8].

Αυτή μάλιστα τη δυνατότητα, περί συγχωρήσεως των αμαρτιών, είναι χαρακτηριστικό πως σήμερα την αμφισβητούν τόσο οι Μεταρρυθμιστές, δηλαδή οι προτεσταντικές ομάδες, αλλά και κατά το παρελθόν κάποια αιρετικά και αποσχιστικά κινήματα όπως οι Νοβατιανοί και Μοντανιστές. Μία τέτοια διδασκαλία όμως δε θα μπορούσε να σταθεί στην εκκλησία, γιατί αποτελεί βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος[9], αλλά και διότι μέσω της Αγία Γραφής παρέχονται αρκετές αποδείξεις περί του μυστηρίου αυτού.


Η σύσταση και η μετάβαση του χαρίσματος στους Αποστόλους


Ο Ιησούς Χριστός μετά την ορθή ομολογία του Αποστόλου Πέτρου περί της ιδιότητος του Κυρίου, υπόσχεται πως θα δώσει στον Πέτρο τη δυνατότητα να εισάγει τους άξιους στην βασιλεία των ουρανών:

"Καὶ δώσω σοι τὰς κλεῖς τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, καὶ ὃ ἐὰν δήσῃς ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται δεδεμένον ἐν τοῖς οὐρανοῖς, καὶ ὃ ἐὰν λύσῃς ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται λελυμένον ἐν τοῖς οὐρανοῖς."[10].

Κατά τον Παναγιώτη Τρεμπέλα μάλιστα "το κατέχειν όμως τα κλεις σημαίνει ότι έχειν δικαίωμα και εξουσίαν, μη δυνάμενη υπ ουδενός να αμφισβητηθεί, εις τρόπον ώστε θα ηδύνατο να λεχθή περί του Πέτρου, ότι κατά την υπόσχεσην αυτή του Κυρίου θα καθίστατο ούτως όχι απλώς θυρωρός, αλλ οικονόμος εν αυτή"[11].

Στο ίδιο σημείο ο Ευθύμιος Ζιγαβηνός υπομνηματίζει πως η εξουσία αυτή σημαίνει ότι "παν αμάρτημα ο αν ου συγχωρήσει επί της γης, έσται ασυγχώρητον και εν τω ουρανώ παρά του Θεού, και ο εάν συγχωρήση ενταύθα, έσται κακεί συγκεχωρημένον"[12].


Ο ίδιος όμως ο Ιησούς Χριστός μετά από λίγο χρονικό διάστημα υπόσχεται το ίδιο χάρισμα και στους υπόλοιπους μαθητές:

"Αμὴν λέγω ὑμῖν, ὅσα ἐὰν δήσητε ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται δεδεμένα ἐν τῷ οὐρανῷ, καὶ ὅσα ἐὰν λύσητε ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται λελυμένα ἐν τῷ οὐρανῷ.".

Σε αυτό το σημείο Ευθύμιος Ζιγαβηνός παρατηρεί πως "Ο αν υμείς επί της γης αποφήνησθαι, τούτο και ο Θεός εν τω ουρανώ κυρώσει, καν τε ανιάτως έχοντας εκκόψητε τούτους της εκκλησίας, καν μετανοούντας ύστερον παραδέξησθε"[13].



Ο Κύριος μετά την Ανάστασή του είναι σαφής απέναντι στους μαθητές, ορίζοντας την αποστολή τους:

"εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς πάλιν· εἰρήνη ὑμῖν. καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς."[14].

Ο Ευθύμιος Ζιγραβηνός πάλι παραηρεί ότι "δεικνύς ομού με της αποστολής το αξίωμα και της δοθεισης αυτοίς εξουσίας τηνς ασύγκριτον δοξαν"[15].

Συνυπολογίζοντας λοιπόν ότι σκοπός του Ιησού κατά την εγκόσμια παρουσία του ήταν:

"ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός."[16].

και πως ο ίδιος πριν δώσει την εξουσία της άφεσης στους μαθητές, ενεφύσησε Πνεύμα Άγιο:

"εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς πάλιν· εἰρήνη ὑμῖν. καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς. καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦμα ῞Αγιον· ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται."[17].



Αντιλαμβανόμαστε πως ο ίδιος δεν έδωσε απλώς ένα προσωπικό χάρισμα, αλλά ένα μόνιμο θεσμό στην εκκλησία
[18]



Οι μαθητές δε ως αποστολή είχαν:


"τοὺς μὲν οὖν χρόνους τῆς ἀγνοίας ὑπεριδὼν ὁ Θεὸς τανῦν παραγγέλλει τοῖς ἀνθρώποις πᾶσι πανταχοῦ μετανοεῖν"[19].

Έτσι τελικά γίνεται εύκολα αντιληπτό πως ο Ιησούς Χριστός έδωσε τη εξουσία στους μαθητές να αφέουν αμαρτίες ως ένα ακόμα στοιχείο της αποστολής τους. Το να περιορίσουμε λοιπόν μέσα από τους λόγους του Κυρίου την άφεση αμαρτιών, μόνο μέσω του βαπτίσματος "δεν ανταποκρίνεται προς τη φυσική έννοιαν το λέξεων, τα οποία ο Κύριος είπε"[20], ειδικά αν συνυπολογίσουμε πως ο Ιησούς Χριστός μιλούσε με φράσεις όπως "αφιέναι αμαρτίας", "επικαλύπτεσαθι αμαρτίας", "καθαρίζειν πάσας αδικίας", αλλά και "εξαλείφειν το ανόμημα" και "εξαλείφεσθαι τας αμαρτίας", που εκδηλώνει θέληση για διαρκή αφανισμό και εξάλειψη κάθε κηλίδος στη ζωή των πιστών.
Η πρακτική του μυστηρίου

Στην αρχαία εκκλησία το μυστήριο της εξομολογήσεως τελείτο ενώπιον ολόκληρης της κοινότητος. Χαρακτηριστικό μάλιστα απόσπασμα ευρίσκεται στη Διδαχή των Αποστόλων, όπου αναφέρεται "εν εκκλησία εξομολογήσει τα παραπτώματά σου και ου παρελεύση επί προσευχήν εν συνειδήσει πονηρά".

Από τον Ωριγένη μάλιστα όμως μαθαίνουμε πως γινόταν και μυστική εξομολόγηση, για ορισμένα αμαρτήματα[21]. Από τον 4ο αιώνα πλέον το μυστήριο της εξομολογήσεως περνά οριστικά στο στάδιο της προσωπικής εξομολογήσεως[22]. Οι λόγοι που οδήγησαν σε μία τέτοια πράξη ήταν πως ορισμένα αμαρτήματα τιμωρούνταν με σοβαρές ποινές από την πολιτεία, μέχρι και θάνατο[23], αλλά και διότι με το πέρασμα του καιρού οι αρχικές ενθουσιαστικές τάσεις στο εσωτερικό των κοινοτήτων δεν ευδοκιμούσαν πλέον.

Η εξομολόγηση ήδη από τα αποστολικά έτη προηγείτο κατά κανόνα της Θείας Ευχαριστίας[24]. Χαρακτηριστικό άλλωστε είναι και το απόσπασμα της Διδαχής των Αποστόλων, όπου εν μέσω άλλων αναφέρεται "Κατά την Κυριακήν δε Κυρίου συναχθέντες κλάσατε άρτον και ευχαριστήσατε, προεξομολογησάμενοι τα παραπτώματα ημών"[25], στηριζόμενη πραφανώς και στην προτροπή του Ιακώβου του αδελφοθέου "Εξομολογείσθαι ουν αλλήλοις τας αμαρτίας και προσεύχεσθε υπέρ αλλήλων, όπως ιαθείται"[26].
Το ζήτημα της μετανοίας

Στην πρώτη εκκλησία οι βαρέως αμαρτάνοντες αποκόπτονταν από το σώμα της εκκλησίας[27]. Με την πάροδο του χρόνου όμως, τη χαλάρωση των ενθουσιαστικών τάσεων καθώς και την εισροή πλήθους πιστών στις τάξεις τις εκκλησίας περιορίστηκε ο αριθμός των βαρέων αμαρτημάτων στο φόνο, την ακολασία και την έκπτωση από το χριστιανισμό.

Οι βαρέως αμαρτάνοντες καλούνταν πλέον σε δια βίου μετάνοια, ενώ οι υπόλοιποι πιστοί μετά από κάποιο διάστημα μετάνοιας γίνονταν δεκτοί σε κοινωνία. Χαρακτηριστικό στάδιο της σταδιακής επιείκειας, ήδη διαφαίνεται στον Ποιμένα του Ερμά, όπου ο συγγραφέας αναφέρει περί αποδεκτής μίας συγνώμης σε αντίστοιχες περιστάσεις.

Η έννοια λοιπόν της μετάνοιας συνδέθηκε άρρηκτα με το μυστήριο της εξομολόγησης, αφού η μεν εξομολόγηση ήταν κίνητρο για μετάνοια, η δε μετάνοια κίνητρο για το μυστήριο[28]. Κατά τον 2ο αιώνα μάλιστα θα δημιουργηθούν σημαντικές έριδες στο εσωτερικό της εκκλησίας και μάλιστα αρκετές αποσχιστικές ομάδες, οι οποίες θεωρούσαν έκπτωση την οποιαδήποτε αποδοχή συγνώμης και μη δια βίου μετανοίας σε περιπτώσεις θανάσιμων αμαρτημάτων.

Έτσι κατά το δεύτερο αιώνα το μεγάλο πρόβλημα των εκκλησιών ήταν το ζήτημα της δεύτερης μετάνοιας. Ο Μοντανισμός, με τις αυστηρές ασκητικές και ενθουσιαστικές τάσεις τελικά οδήγησε το ζήτημα αυτό από ένα ζήτημα πνευματικής μορφής, σε ένα ζήτημα καθαρά εκκλησιολογικό, το οποίο δίχασε το εσωτερικό της εκκλησίας μέχρι και τον 4ο αιώνα[29]. Ουσιαστικά επρόκειτο για μια διαλεκτική ανάμεσα σε μια πιο επιεική γραμμή ή την αυστηρότητα[30].

Το πρόβλημα μάλιστα ήταν ιδιαίτερα σημαντικό, διότι "αν λ.χ. επικρατούσαν οι περί εκκλησίας και μετανοίας αντιλήψεις των μοντανιστών, τότε εξατμιζόταν το όλο μυστήριο της εκκλησίας στις εσχατολογικές προσδοκίες της καθόδου της πνευματικής Ιερουσαλήμ ή και τις χιλιετούς μεσοβασιλείας του Θεού"[31]. Τελικά στις τάξεις της εκκλησίας επικράτησε η πιο επιεικής γραμμή, που σύναδε με την οικουμενικότητα του μηνύματός της, διαβαίνοντας το μονοπάτι ανάμεσα στις αυστηρές ασκητικές τάσεις, που εμπεριείχαν και πρότυπα ηθικισμού και διαρχίας, όπως του γνωστικισμού και μοντανισμού, καθώς της πλήρους επιείκιας όπως αυτή εμφανίστηκε σε μερικά αποσχιστικά συστήματα του 2ου αιώνα.



Οι προϋποθέσεις του ορθού μυστηρίου

Τα μυστήρια στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν έχουν μαγικό χαρακτήρα[32]. Αυτό σημαίνει πως σε κάθε μυστήριο, πλην του βαπτίσματος[33], απαιτείται η ειλικρινής διάθεση του πιστού καθώς και η απαραίτητη προετοιμασία. Έτσι και στο μυστήριο της μετανοίας. Η προσαγωγή στο ιερέα, η ομολογία του σφάλματος και το διάβασμα της συγχωρητικής ευχής, αποτελούν τη μία όψη του μυστηρίου, που από μόνη της δεν επαρκεί.

Το πρώτο και απαραίτητο βήμα κατά τους πατέρες της εκκλησίας ώστε ο άνθρωπος να οδηγηθεί σε ένα ουσιαστικό μυστήριο και την κάθαρση, είναι η αυτογνωσία. Κατά τον ιερό Χρυσόστομο ο άνθρωπος πρέπει "επιγνώναι τα αμαρτήματα και καταγνώναι των πλημελλημένων και καταδικάσαι εαυτούς"[34]. Γι'αυτό και ο Μέγας Βασίλειος μας λέγει πως η μετάνοια "καλεί το πρότερον εν εαυτό τινά βοήσαι" και ακολούθως "και συντρίψαι την εαυτού καρδίαν"[35]. Εξού και "το φάρμακον της μετανοίας κατασκευάζεται πρώτον από καταγνώσεως των οικείων αμαρτημάτων"[36]. Είναι λοιπόν βασικό συστατικό η αναγνώριση του σφάλματος, διότι χωρίς αυτό, το μυστήριο δεν ενεργεί. Η συντριβή επίσης είναι απαραίτητο στοιχείο, όπως διαφαίνεται από τις Ευαγγελικές περικοπές, αλλά και την Παλαιά Διαθήκη, στις περιπτώσεις του Αποστόλου Πέτρου και του Δαυίδ. Για την περίπτωση μάλιστα της συντριβής έχουμε πλειάδα πατέρων που αναφέρονται επί του θέματος. Εν αρχή στον Ποιμένα του Ερμά, αλλά και στον Ιουστίνο, τον Ωριγένη, τον Τερτυλλιανό[37]. Μάλιστα τα ειλικρινή δάκρυα της μετανοίας κατά τον ιερό Χρυσόστομο "συγκολώντα και ενούντα τον Θεό...(κατέστησαν) την πόρνην σεμνοτέρα παρθένων"[38]. Έτσι λοιπόν βασικό ζήτημα είναι η αναγνώριση των σφαλμάτων του ανθρώπου και η αυτοκατάκριση, δηλαδή η μη προσπάθεια δικαιολόγησης των πεπραγμένων, αλλά συντριβή και διάθεση μεταστροφής[39]. Μία ακόμα σημαντική παράμετρος είναι ότι ο πιστός προσέρχεται με συντριβή ενώπιον του Κυρίου, όχι για λόγους φόβου ενώπιον μία τιμωρίας. Σε αυτή την περίπτωση έχουμε μια εγωιστική μετάνοια ανάλογη με αυτή του Ησαύ και του Ιούδα οι οποίοι μεταστράφηκαν ενώπιον των συνεπειών της αμαρτίας τους[40].



Η τέλεση του μυστηρίου

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία το μυστήριο λαμβάνει μία μορφή συζητήσεως μεταξύ του πιστού και του ιερέα, εξού και ο ιερέας απαγορεύεται πάντοτε αυστηρά να αποκαλύψει σε οποιοδήποτε το περιεχόμενο της εξομολογήσεως[41]. Εν αντιθέσει με την Ρωμαιοκαθολική εκκλησία, το μυστήριο δε λαμβάνει χώρα σε ειδικό χώρο ως εξομολογητήριο, αλλά σε οποιοδήποτε χώρο δύναται να υπάρχει ησυχία. Συνήθως το μυστήριο τελείται μέσα στο ναό, έμπροσθεν εικονοστασίου ή σε κάποιο ιδιαίτερο χώρο, όπως κάποιο δωματιάκι. Εν αντιθέσει πάλι με τη Δύση, που ο ιερέας κάθεται και ο εξομολογούμενος γονατίζει, ο πιστός στην Ορθόδοξη εκκλησία κάθεται, όπως και ο ιερέας. Στη Ρωσική μάλιστα εκκλησία, ο πιστός συνήθως κάθεται σε ένα τραπεζάκι στραμμένος προς μία εικόνα, ένα ευαγγέλιο ή τον εσταυρωμένο, με μία μικρή κλίση προς τον ιερέα[42]. Κατά τη διάρκεια του μυστηρίου ο ιερέας δίδει κάποιες συμβουλές στον πιστό και όταν τελειώσει το στάδιο αυτό, ο εξομολογούμενος γονατίζει. Ο ιερέας τοποθετεί το επιτραχήλιο στο κεφάλι του πιστού καθώς και το χέρι του ανάμεσα στο κεφάλι και το επιτραχήλιο και διαβάζει τη συγχωρητική ευχή[43].

Ο ιερέας, εφόσον θωρεί αναγκαίο, μπορεί να επιβάλει κάποιο επιτίμιο, δηλαδή κάποια άσκηση στον κατηχούμενο για να καταπολεμήσει το πάθος και την αμαρτιτική επιθυμία[44]. Τέλος πρέπει να αναφερθεί πως στην Ορθόδοξη Εκκλησία η έννοια του πνευματικού καθοδηγητή και του εξομολόγου δεν ταυτίζονται απαραίτητα[45], ενώ δεν υπάρχει κάποιος αυστηρός κανόνας για το πότε κάθε πιστός πρέπει να εξομολογείται. Στην Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία, που είναι σύνηθες κάποιος πιστός να μεταλαμβάνει 5 με 6 φορές το χρόνο, συνήθως και τις αντίστοιχες φορές προηγείται το μυστήριο. Σε περιπτώσεις συχνότερης Θείας Μεταλήψεως, ο πιστός δεν πρέπει να προσέρχεται απαραίτητα στο μυστήριο[46], εφόσον δε συντρέχει σοβαρός πνευματικός λόγος.

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία πρέπει να τονιστεί πως μόνος υπεύθυνος για τέλεση του μυστηρίου της μετανοίας, είναι ο επίσκοπος. Το μυστήριο δύναται να τελέσει και πρεσβύτερος, αλλά μόνο με ειδικό ενταλτήριο υπό του επισκόπου[47]. Χαρακτηριστικός επ αυτού είναι Βαλσάμων ο οποίος στην ΚΑ΄ ερώτηση του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Μάρκου απήντησε πως "Ιερωμένος δε μοναχός ή πολλώ πλέον ανίερος, παρά γνώμην επισκόπου τω Θεω καταλλάσειν ου δύναται τον εξαγορεύοντα", αλλά και ο Συμεών Θεσσαλονίκης που σε αντίστοιχη περίπτωση ανέφερε πως "περί δε γε πνευματικού λειτουργήματος εγγύς του αχειροτονήτως ενεργούντως των αμαρτήματι και ο δίχα προτροπής αρχιερέως και εντάλματως ενεργών".



Αιρετικές δοξασίες και πρακτικές
Το περί αφέσεως δόγμα της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας


Σύμφωνα με τη Ρωμαιοκαθολική εκκλησία μέσω της μετανοίας συγχωρούνται οι αιώνιες ποινές, όχι όμως και οι πρόσκαιρες οι οποίες επιβάλλονται από το Θεό για τις αμαρτίες του ανθρώπου[48]. Κατά τη Ρωμαιοκαθολική μάλιστα εκκλησία τα επιτίμια έχουν χαρακτήρα ικανοποιήσεως της θείας δικαιοσύνης, και υπομένοντάς τα ο αμαρτωλός μετριάζει τις πρόσκαιρες ποινές.

Αν όμως δεν προλάβει να ικανοποιήσει τη θεία δικαιοσύνη ο άνθρωπος, τότε θα υποστεί ποινές μετά θάνατον, όπως το καθαρτήριο πυρ της μέσης καταστάσεως[49]. Επιπρόσθετα οι σχολαστικοί πράττουν και μία ακόμα αιρετική δογματική προσέγγιση, αφού κατ αυτούς η εκκλησία παρεμβαίνει ή αίρει ολοτελώς τις πρόσκαιρες ποινές, αντλώντας εκ του θησαυρού των περισσευουσών αξιομισθιών του Χριστού και των Αγίων[50].

Αποτέλεσμα του γεγονότος αυτού είναι οι παπικοί να διακρίνουν την άφεση από το μυστήριο, χαρακτηρίζοντάς τη ουσιαστικά μια δικαστική πράξη[51]. Κατ αυτούς το μυστήριο συγχωρεί τελικά την αθέτηση και την ενοχή του θείου νόμου[52]. Έτσι και ο Πάπας έχει απόλυτη εξουσία επί των αφέσεων, έχοντας δικαίωμα απεριόριστης παροχής αφέσεων, ενώ κάθε επίσκοπος έχει δικαίωμα να παρέχει λυσίποινα ή αφέσεις 50 ημερών, οι μητροπολίτες 100 ημερών και οι καρδινάλιοι 200 ημερών. Το περί αφέσεως δόγμα στην Ρωμαιοκαθολική εκκλησία πρώτη φορά θεσμοθετήθηκε τον 11ο αιώνα.


.................


Τα συγχωροχάρτια

Η παραπάνω αντίληψη της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας περί τόπου καθάρσεως και ποινών τις οποίες πρέπει να εκτίσει η ψυχή που βρίσκεται σ' αυτό, ώστε να ικανοποιηθεί η θεία δικαιοσύνη, είναι ακριβώς το πεδίο στο οποίο εφαρμόζεται από την Δυτική Εκκλησία η πρακτική των λυσιποίνων αφέσεων ή αλλιώς συγχωροχαρτιών, τις οποίες χορηγεί ο Πάπας στους πιστούς[53]. Αυτό γίνεται επειδή ο ίδιος μπορεί να παρέμβει υπέρ των καθαιρομένων ψυχών στη διαδικασία καθάρσεως της ψυχής, για να συντομεύσει ή και να άρει παντελώς το χρόνο της καθάρσεως[54].

Ο κανονικός τρόπος διανομής των συγχωροχαρτιών είναι με διαδικασίες ευλάβειας και αγιότητας και πέρα από κάθε έννοια αισχροκέρδειας, σύμφωνα με απόφαση της Συνόδου του Τριδέντου στα 1567[55]. Σε παλαιότερες εποχές όμως, το δόγμα περί καθάρσεως της ψυχής είχε τύχει εκμετάλλευσης και τα συγχωροχάρτια όχι μόνο παρέχονταν στους πιστούς χωρίς λειτουργική πράξη αλλά επιπλέον πωλούνταν υποχρεωτικά[56], ενώ το πρόβλημα είχε επεκταθεί και στην περίπτωση πεθαμένων που βρίσκονταν ήδη στο καθαρτήριο οπότε "η χορήγηση των συγχωροχαρτιών γινόταν κατόπιν καταβολής χρημάτων από τους συγγενείς...πράγμα που πολύ έβλαψε και διέσυρε την Εκκλησία αυτή στη Δύση"[57].

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία εμφανίστηκαν κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας έγγραφα με την ονομασία Συγχωρητικές επιστολές ή συγχωρητικά ή συγχωρητήρια γράμματα ή συγχωροχάρτια[58] "όχι βέβαια με την παπική σημασία"[59]. Σύμφωνα με την περιγραφή του πατριάρχη Δοσίθεου Νοταρά "Περί των συγχωρητικών γραμμάτων...":

"Απρίατος [δηλ. δεν αγοράζεται] γαρ η του Θεού χάρις, αδωροδόκητον τω της Εκκλησίας μυστήριον, ουκ εμπόριον η του Χριστού Εκκλησία και οι θησαυροί αυτής ακαπήλευτοι...Ούτος δε ο πλούτος διήνοικται τοις μετανοούσι και μόνοις...παρέχονται δε τα συγχωρητικά παρά των αγιωτάτων Πατριαρχών ου μόνον τοις εις αυτούς αλλά και τοις ή εις Επίσκοπον ή και εις Πρεσβύτερον εξομολογηθείσι"[60].




------------------




Υποσημειώσεις

1. ↑ Στην Ορθόδοξη θεολογία, ουδέποτε νοείται διάσπαση σώματος και ψυχής. Μια τέτοια αυτονομία αποτελεί πηγή αμαρτιών
2. ↑ Νίκος Ματσούκας, Δογματική και Συμβολική θεολογία Β΄, σελ. 494
3. ↑ Ν. Ματσούκας, ενθ.αν., σελ. 493
4. ↑ ο.π.
5. ↑ Ν.Ματσούκας, ενθ.αν., 493
6. ↑ Και σήμερα διατηρούνται παρόμοιες παραστάσεις, όταν οι πνευματικοί καλούν τον πιστό, πρώτα να ζητήσει συγχώρεση από το πλησίον που έβλαψε και εν συνεχεία να προσέλθουν με άκρα ταπείνωση στο μυστήριο της εξομολόγησης
7. ↑ ο.π.
8. ↑ Παν. Τρεμπέλας, ενθ.αν., σελ. 243
9. ↑ Παν. Τρεμπέλας, Δογματική Γ΄, σελ. 243
10. ↑ Ματθαίον 16, 19
11. ↑ Παν. Τρεμπέλας, ενθ.αν., 244
12. ↑ Ευθύμιος Ζιγαβηνός, παρ. Παν. Τρεμπέλα, ενθ.αν., σελ. 244
13. ↑ Ζιγαβηνός Μ. 129, 468
14. ↑ Ιωάννην, 20, 21
15. ↑ Ζιγαβηνός, Ομιλία εις το Ευαγγ. τ. Ματθαίου Μ. 129, 468
16. ↑ Κατά Λουκάν 19, 10
17. ↑ Κατά Ιωάννην 20, 21-23
18. ↑ Παν. Τρεμπέλας, ενθ.αν., σελ. 246
19. ↑ Πράξεις 17, 30
20. ↑ Παν. Τρεμπέλας, ενθ.αν., σελ. 246
21. ↑ Ν. Ματσούκας, ενθ.αν., σελ. 493
22. ↑ ο.π.
23. ↑ 34ος Κανόνας του μεγάλου Βασιλείου φερ'ειπείν για το ζήτημα της μοιχείας
24. ↑ Βλ. Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, τ. Α΄, σελ. 56
25. ↑ Διδαχή ΧΙV, 1
26. ↑ Ιακώβου 5, 16
27. ↑ Βλ. Φειδάς, ενθ.αν., 290
28. ↑ Βλ. Φειδάς, ενθ.αν., σελ. 291
29. ↑ Βλ. Φειδάς, ενθ.αν., 292
30. ↑ ο.π.
31. ↑ ο.π.
32. ↑ Ν. Ματσούκας, ενθ.αν., σελ. 469
33. ↑ Στην περίπτωση του βαπτίσματος έχουμε αποκατάσταση της φύσης. Όπως λοιπόν δεν απαιτείται συναίνεση από την πλευρά του ανθρώπου για τη γέννησή του, έτσι και στο βάπτισμα, που είναι αναγέννηση της ανθρώπινης φύσεως, δεν επιζητείται αντίστοιχη συναίνεση
34. ↑ Χρυσοστόμου, Εις την Α΄ Κορινθίους 28, 2
35. ↑ Μ. Βασιλείου εις τον Ησαΐα, 1, 34
36. ↑ Χρυσόστομος, εις την προς Εβραίους επιστολή 9, 4
37. ↑ Παν. Τρεμπέλας, ενθ.αν., 260
38. ↑ Χρυσοστόμου, Εις τον Ιερεμία Ομιλία ΧΙΧ, 9
39. ↑ Π. Τρεμπέλα, ενθ.αν., 261
40. ↑ Π. Τρεμπέλας, ενθ.αν., σελ. 261
41. ↑ Κάλλιστος Ware, Η Ορθόδοξη Εκκλησία, σελ. 456
42. ↑ Κάλλιστος Ware, ενθ.αν., σελ. 456
43. ↑ Συγχωρητική ευχή: «Όσα εξείπες τη εμή ελαχιστη ταπεινότητι, και όσα ουκ έφθασαν ειπείν η κατ άγνοιαν ή κατά λήθην οιαδήποτε, ο Θεός συγχωρήσοι σοι εν τω νυν αιώνι και εν το μέλλοντι...περί δε των εξαγορευθέντων εγκλημάτων μηδεμίαν φροντίδα έχων, πορεύου εις ειρήνην»
44. ↑ Επιτίμια φερ ειπείν είναι η προσευχή, η ελεημοσύνη, η ανάγνωση ψυχοφελών βιβλίων
45. ↑ Κάλλιστος Ware, ανθ.αν., 458
46. ↑ Κάλλιστος Ware, ενθ.αν., σελ. 458
47. ↑ Παν. Τρεμπέλας, ενθ.αν., σελ. 271
48. ↑ Παν. Τρεμπέλας, ενθ.αν., σελ. 283
49. ↑ ο.π.
50. ↑ ο.π. 284
51. ↑ ο.π.
52. ↑ ο.π.
53. ↑ Θεοδώρου Ανδρέας, Βασική Δογματική Διδασκαλία - Απαντήσεις σε ερωτήματα Συμβολικά, 2η έκδ., Αποστολική Διακονία, Αθήνα 2006, σελ. 271.
54. ↑ Θεοδώρου Ανδρέας, Βασική Δογματική Διδασκαλία - Απαντήσεις σε ερωτήματα Δογματικά, 3η έκδ., Αποστολική Διακονία, Αθήνα 2006, σελ. 193.
55. ↑ Δες εδώ, στην παράγραφο με τίτλο: DECREE CONCERNING INDULGENCES.
56. ↑ Θεοδώρου, ...Απαντήσεις σε ερωτήματα Δογματικά, ό.π.
57. ↑ Θεοδώρου, ...Απαντήσεις σε ερωτήματα Συμβολικά, ό.π.
58. ↑ "Επιστολογραφία > Η εκκλησιαστική επιστολογραφία", εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάννικα, τόμ. 24, εκδ. Πάπυρος, Αθήνα 2004-2005 [CD-ROM].
59. ↑ Μεταλληνός Δ. Γεώργιος, Φωτομαχικά-Αντιφωτομαχικά, Κάτοπτρο-Ιστορητής, Αθήνα 2001, σελ. 129, υποσημ. #240.
60. ↑ Δοσίθεος Νοταράς, Ιστορία περί των εν Ιεροσολύμοις πατριαρχευσάντων, Βουκουρέστι 1715, σελ. 884.


Βιβλιογραφία

* Νικόλαος Ματσούκας, "Δογματική και Συμβολική Θεολογία Β΄", Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2007.
* Παναγιώτης Τρεμπέλας, "Δογματική", Τόμος Γ΄, Σωτήρ, Αθήνα 2003.
* Κάλλιστος Ware, "Η Ορθόδοξη Εκκλησία", Ακρίτας, Νέα Σμύρνη 2007.
* Ανδρέας Θεοδώρου, "Βασική Δογματική Διδασκαλία - Απαντήσεις σε Ερωτήματα Συμβολικά", Αποστολική Διακονία, Αθήνα 2006.
* Βλάσιος Φειδάς, "Εκκλησιαστική Ιστορία", Τόμος Α΄, Διήγηση, Αθήνα 2002.



ΠΗΓΗ:http://el.orthodoxwiki.org