Δευτέρα 22 Μαρτίου 2010

ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΥΡΙΟΥ

Β' Μέρος -1



* Ο Κόσμος των Αγγέλων

Άγγελος (Π. Διαθήκη). Τα βιβλία της Π. Διαθήκης αναφέρουν επουράνια όντα, ζώντα εις το περιβάλλον του Θεού, αποτελούντα τρόπον τινά την Αυλή του και εκτελούντα τα προστάγματα του παρά τοις ανθρώποις.


Α- Ονόματα των Aγγέλων

(που αναφέρονται στα κείμενα). Τα όντα αυτά σημαίνονται δια πολλά και διάφορα ονόματα. Είναι, κατά το εβραϊκό πρωτότυπο κείμενο:


1) “Υιοί του Θεού”, μπενέ ελωχίμ (Γέν. στ´ 14, Ιώβ α´ 6, β´ 1, λη´ 7) ή μπενέ ελίμ, άλλως όντα ανήκοντα εις τον θείον κόσμον, διότι η λέξις “υιοί” εδώ, όπως και εις άλλα σημεία της Βίβλου (Νεεμ. γ´ 88, Ψαλμ. οα´ [οβ´] 4 κ.λπ.), χρησιμοποιείται όχι υπό την κυριολεκτική έννοια, αλλά για να εκφράσει το ανήκον εις μίαν συγκεκριμένη τάξη ή χορεία. Οι Ο´ μετέφρασαν κατά γράμμα αυτήν την έκφραση εις την περίπτωσιν του Γέν. στ´ 1-4.

2) Η αυτή ιδέα του ανήκοντος εις την υπερφυσική τάξιν εκφράζεται και δια των λοιπών κάτωθι ονομάτων: “Άγιοι” εις Ψαλ. πη´ [πθ´] 6, 8, Ιώβ ιε´ 15, Ζαχ. ιδ´ 5, Δαν. δ´ 14. “Υιοί του υψίστου” εις Ψαλμ. πα´ [πβ´]. “Ισχυροί” (αββιρίμ) εις Ψαλμ. οζ´ (οη´) 25. “Υπέρτατοι” (ρανίμ) εις Ιώβ κα´ 22.

3) Μια άλλη κατηγορία ονομάτων αφορά την δραστηριότητα των επουρανίων τούτων όντων: “Δυνατοί ισχύϊ (γιββορίμ), Ψαλμ. ρβ´ [ργ´] 20, Ιωήλ δ´ 11. “Αγρυπνώντες”, εις Δαν. δ´ 10,20 και, τέλος, μαλ’ άκ, όπερ, κατά γράμμα, σημαίνει “αγγελιαφόρος” και χρησιμοποιείται ενίοτε και δι’ αγγελιαφόρους ανθρώπους (Γεν. λβ´ 4, Αριθ. κ´ 14 κ.λπ.), αλλ’ ως σημαίνον την συνηθεστέρα δραστηριότητα των υπηρετών τούτων του Θεού, κατέστη το πλέον εν χρήσει όνομα τους. Οι Ο´ το απέδωσαν ακριβολόγως δια του “άγγελος”, το οποίον έγινε εις την λατινική Βίβλο angelus και επεραιώθη εκείθεν υπό την μορφή αυτήν εις όλας τας νέας γλώσσας.

4) Δια να σημάνουν το σύνολον των αγγέλων, τα παλαιοδιαθηκικά κείμενα μιλούν περί της “στρατιάς του Γιαχβέ” (Ιησ. Ν. στ´ 14, Γ´ Βασ. κβ´ 19, Β´ Παραλ. ιη´ 18, Ψαλμ. ρμη´ 2) της “εκκλησίας του Θεού” (Ψαλμ. πα´ [πβ´] 1) ή περί της “εκκλησίας των αγίων” (Ψαλμ. πη´ [πθ´] 6,8).

5) Τέλος, ορισμένα ονόματα αφορούν εις ιδιαιτέρας κατηγορίας των όντων τούτων: τα “χερουβίμ” (Γέν. γ´ 24) και τα “σεραφείμ” (Ησ. στ´ 2,6).



Β- Φύσις και προέλευσης των αγγέλων

Η κτιστή φύσις των αγγέλων: Η Π. Διαθήκη δεν ασχολείται με το ζήτημα της προελεύσεως και της φύσεως των αγγέλων. Δεν ομιλεί, ειμή δια το έργον των. Αλλά, παρουσιάζουσα αυτούς ως αγγελιαφόρους του Θεού ή περιγράφουσα τούτους ως σχηματίζοντας την Αυλήν και την στρατιά του, επαναλαμβάνουσα ότι τον υμνούν (Ψαλμ. κη´ [κθ´] 1,2, ρβ´ [ργ´] 20-21, ρμη´ 1-2, Ιώβ λη´ 7), υπογραμμίζει την πλήρη εξάρτησαν και υποτέλεια των έναντι του Θεού. Παρά το ότι ανήκουν εις τον θείον κόσμο (όπερ δεικνύουν τα ονόματα των ως υιών του Θεού, υιών του Υψίστου, αγίων), είναι απείρως κατώτεροι του Θεού, ο οποίος και εις αυτούς ευρίσκει σφάλματα (Ιώβ δ´ 18, ιε´ 15, Σοφ. Σειρ. μβ´ 17) να διασαφηνίζει, ότι ο Θεός δίδει εις τα στρατεύματα του την δύναμιν, επιτρέπων εις αυτά να υπάρχουν ενώπιων του. Εξ όλων τούτων των μαρτυριών προκύπτει, ότι, κατά την Π. Διαθήκη, οι άγγελοι είναι κτίσματα του Θεού, παρ’ όλον ότι ουδέν χωρίον βεβαιώνει τούτο ρητώς, ούτε διευκρινίζει πότε ούτοι εκτίσθησαν. Επί του τελευταίου σημείου του Ιώβ λη´ 7 λέγει απλώς, ότι οι άγγελοι υπήρχαν προ της Γης.


Η σχέσις των αγγέλων προς τα άστρα: Το ανωτέρω χωρίον, ως και τό Ψαλμ. ρμη´ 1-5 (πρβλ. Ιησ. Ν. ε´ 14, Γ´ Βασ. κβ´ 19), πιθανότατα δε και τα Ησ. κδ´ 21, μ´ 26, με´ 12,21, Ιερεμ. λγ´ 22, Νεεμ. θ´ 6, Ψαλμ. λβ´ [λγ´] 22 φαίνεται να συνδέουν τούς αγγέλους προς τα άστρα. Τούτο αποτελεί ένδειξη, ότι κατ’ αρχάς οι Εβραίοι δεν διέστελλον σαφώς τούς αγγέλους, από τα άστρα. Ή, απεναντίας, είναι μία απόδειξις, ότι οι μονοθεϊστές Εβραίοι έθεσαν αποφασιστικώς εις την τάξιν των κτισμάτων ή των υπηρετών του Θεού τα παρά των Βαβυλωνίων και λοιπών λαών της αρχαίας Ανατολής λατρευόμενα ως θεότητας άστρα; Τό ζήτημα συζητείται ακόμη υπό των συγχρόνων ειδικών ερευνητών (βλ. W. Eichrodt, Theologie des A. T., Leipzig 1933-35, ΙΙ, σ. 104).


Η πνευματικότης των αγγέλων: Η Π. Διαθήκη θεωρεί τούς αγγέλους ως πνευματικά όντα, παρ’ όλον ότι εις τας πλείστας των περιπτώσεων εμφανίζονται ούτοι ως άνθρωποι (Γέν. ιη´ 19, Κριτ. ι´ 11, Ιησ. Ν. ε´ 13, Ιεζ. θ´ 3, Δαν. β´ 21, ι´ 5, Τωβ. ε´ 5 κ. εξ.). Δεν είναι ποτέ πτερωτοί, εκτός της περιπτώσεως των χερουβίμ και των σεραφείμ, αλλά κινούνται ταχέως εις τον αέρα (Δαν. θ´ 21, ιδ´ 35,38). Ενίοτε η όψις των είναι φοβερά (Κριτ. ιγ´ 6, Δαν. η´ 17, ι´ 7). Το πρόσωπον των είναι φωτεινό, τα δε ενδύματα των εκθαμβωτικά (Δαν. ι´ 5,6, Β´ Μακ. γ´ 25,26). Εις τας αρχαίας διηγήσεις οι άγγελοι ενίοτε μετέχουν εις τα γεύματα των ανθρώπων (Γέν. ιη´ 19. Πρβλ. Ψαλμ. οζ´ [οη´] 25). Αλλ’ ήδη το Κριτ. ιγ´ 15-16 διευκρινίζει, ότι οι άγγελοι δεν τρώγουν και το Τωβ. ιβ´ 19 υπογραμμίζει, ότι φαινομενικώς μοιράζονται με τούς ανθρώπους τας γήινας τροφάς και ότι, εις την πραγματικότητα, τρέφονται με αόρατη τροφή. Παρ’ όλον ότι ορισμένα εδάφια, εξαρτώμενα εκ του μεταγενεστέρου ιουδαϊσμού και ερμηνεύοντα το Γέν. στ´ 1-4, παραδέχονται ότι πρόκειται εκεί περί συζεύξεων των υιών του Θεού, δηλαδή αγγέλων με θνητές γυναίκες (βλ. εν προκειμένω C. Robert, Les fils de Dieu et les filles des hommes, εν Revue Biblique 1895, σ. 340-374 και 525-552. H. Junker, Die Biblische Uhrgeschichte, Bonn 1932. Του αυτου, Zur Erklärung von Gen. 6, 1-4, εν Biblica 1935, σ. 205-212. P. Joüon, Les unions entre les fils de Dieu et les filles des hommes, εν Revue des Sciences Religieuses 1939, σ. 108-112. G. E. Closen, Die Sünde der Söhne Gottes, Ein Beitrag der Theologie Genesis, Rome 1937. G. Philips, De spiritualitate Angelorum et matrimonio Filiorum Dei, εν Revue Ecclésiastique de Liège 31 [1940], σ. 290-300), τα αυτά, εν τούτοις, κείμενα δέν θέτουν εν αμφιβόλω τήν παραδοσιακήν αντίληψιν περί της πνευματικής φύσεως των αγγέλων (βλ. λ.χ. Ενώχ ιε´ 6,7. Πρβλ. Μαρκ. ιβ´ 25, Ματθ. κβ´ 30).


Το ζήτημα της πτώσεως των αγγέλων: Παρά το ότι η Π. Διαθήκη γνωρίζει την ύπαρξη δαιμόνων και παρουσιάζει τον Σατανά (Ιώβ α´ 6-12, β´ 1-7, Ζαχ. 1-7 ), ως τον αντιστρατευμένο εις το θείον σχέδιο και προσπαθούντα να καταστρέψει τας σχέσεις Θεού και ανθρώπων, οι ιεροί συγγραφείς δεν έθεσαν εις εαυτούς το πρόβλημα της προελεύσεως των πνευμάτων του κακού και δεν εσκέφθησαν να αναζητήσουν την εξήγηση αυτής εις γεγονότα αναφερόμενα εις τόν κόσμον των αγγέλων. Είναι αληθές, ότι εις τήν χριστιανικήν γραμματείαν ερμηνεύεται ενίοτε τό Ησ. ιδ´ 12 ως υπαινιγμός εις την πτώση του πρώτου αγγέλου, ο οποιος ηθέλησε να εξισωθεί με τον Θεό, και ότι η μεταφρασις “Lucifer” της Βουλγατας, η αντιστοιχούσα εις τας λέξεις “λαμπρόν άστρον, υιός της αυγης”, κατέστη ένα από τα ονόματα, τα οποία αποδίδονται εις τον άρχοντα των δαιμονίων (Eωσφόρος, κατα τούς Ο´). Οφείλουμε, εν τούτοις, να αναγνωρίσουμε ότι το γράμμα του Ησ. ιδ´ 12 δεν ομιλεί, ειμή δια την πτώση του βασιλέως της Βαβυλώνας, ως συμβαίνει και με το Ιεζ. κη´ 16-17, το οποίον επίσης εξελήφθη ενίοτε κατά παρόμοιο τρόπον, ενώ δεν αναφέρεται ειμή εις την πτώση του βασιλέως της Τύρου. Ούτω, πρέπει να αναμείνῃ τις τα ιουδαϊκα απόκρυφα, δια να ίδη εμφανιζομένην τήν ιδέαν, καθ’ ἥν οι δαίμονες είναι πεπτωκότες άγγελοι, μέ συχνόν υπαινιγμόν εις τό Γέν. στ´ 1-4, ως ένδειξιν πιθανήν της αιτίας της πτώσεώς των. Ὅπως και να έχη τό πράγμα, μόνον μέ τήν Κ. Διαθήκην η δαιμονολογία τίθεται εις πλήρη σχέσιν πρός τήν αγγελολογίαν, η δέ τελευταία διασαφηνίζεται εις πολλα σημεια, τα οποια παρέμειναν σκοτεινα υπό τόν αρχαιον Νόμον.


Γ- Ιδιαίτεραι κατηγορίαι των αγγέλων

Σχετικας πρός τούς αγγέλους κακοδοξίας η Καινή Διαθήκη αναφέρει τήν των Σαδδουκαιων, οίτινες ηρνούντο τήν ύπαρξιν αυτων και γενικως των πνευματων (Πραξ. κγ´ 8), ως και τήν χαρακτηριζομένην ως “θρησκείαν των αγγέλων”, ήτοι τήν ιουδαιογνωστικης προελεύσεως λατρευτικήν προσκύνησιν αυτων (Κολασ. Β´ 18).





Τέλος Β' Μέρους-1

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.